Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Το Δίλημμα (διήγημα). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Το Δίλημμα (διήγημα). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

23 Μαΐου 2010

Το δίλημμα -18 (μια ιστορία σε συνέχειες)

Τρία χρόνια είχαν περάσει από τότε. Τρία ολόκληρα χρόνια από εκείνο το ηλιοβασίλεμα που υπήρξε μάρτυρας της γνωριμίας τους. Κάποτε της είχαν πει πως όποιος επισκέπτεται το νησί της Σαντορίνης με το ταίρι του, είτε παντρεύεται είτε χωρίζει. Να λοιπόν που σε εκείνη έβγαινε το πρώτο. Ο Στέφανος της είχε ήδη κάνει πρόταση γάμου και θα παντρεύονταν σε ένα χρόνο από τώρα. Τον επόμενο Ιούνιο. Για πρώτη φορά όμως ένιωθε να μην είναι σίγουρη για αυτό που πήγαινε να κάνει. Πάντα ονειρευόταν αυτή τη στιγμή. Να ενωθεί με αυτό τον άντρα και μαζί του να περάσει το υπόλοιπο της ζωής της. Δεν είχε ποτέ αμφιβολία για αυτό. Έως πριν λίγο καιρό τουλάχιστον…
Τι ήταν αυτό που την είχε κάνει να χάσει τη βεβαιότητά της; Τι ήταν αυτό που την είχε γεμίσει αμφιβολίες και τα τελευταία βράδια είχε χάσει τον ύπνο της; Η εικόνα του Δημήτρη πέρασε σαν αστραπή από το μυαλό της κι έσβησε αμέσως. Όχι, δεν μπορούσε να ήταν αυτός η αιτία αυτής της αλλαγής μέσα της. Δεν ήταν δυνατό. Τον ήξερε τόσο λίγο που σε καμία περίπτωση δε θα ήταν λογικό να της αλλάξει όλα όσα ένιωθε μέσα της. Τι ήταν τότε; άρχισε να αναρωτιέται ενώ ταυτόχρονα σηκώθηκε από το γραφείο της για να ετοιμάσει τα πράγματά της. Έξω είχε σκοτεινιάσει σχεδόν. Πότε θα γύριζε σπίτι; Πότε θα ετοιμαζόταν για την αυριανή της αναχώρηση; Θα προλάβαινε άραγε; Έπρεπε να βιαστεί κι έτσι τοποθέτησε όλα τα χαρτιά που είχε ετοιμάσει σε ένα μεγάλο χάρτινο φάκελο και τον έβαλε στο χαρτοφύλακά της. Κοίταξε το μεγάλο ρολόι που κρεμόταν ακριβώς απέναντί της και η ώρα πλησίαζε εννέα και μισή. Ούτε που κατάλαβε πότε είχαν περάσει όλες αυτές οι ώρες. Οι υπόλοιποι είχαν σχολάσει από τις έξι. Αυτή όμως θα έπρεπε να κάτσει κι άλλο προκειμένου να είναι όλα έτοιμα για τη Θεσσαλονίκη. Η αλήθεια είναι ότι δεν ένιωθε κουρασμένη. Σκέφτηκε να πάει μια βόλτα μόνη της να πάρει λίγο αέρα, να συλλογιστεί. Πόσα πράγματα της είχαν συμβεί αυτές τις τρεις μέρες; Είχε μόλις προχτές γνωρίσει έναν συνάδελφό της, είχαν παρεξηγηθεί εκατό φορές, την είχε φιλήσει μόλις πριν λίγες ώρες και το πιο κακό ήταν ότι εκείνη τον σκεφτόταν. Όσο κι αν προσπαθούσε να τον βγάλει από το μυαλό της εκείνος επέστρεφε πάντα εκεί. Όχι μόνος του. Κυρίως το φιλί του, η γεύση των χειλιών του πάνω στα δικά της, ο τρόπος που την είχε αγγίξει και την είχε κολλήσει πάνω του. Όλα. Όλα τα σκεφτόταν. Ότι τον αφορούσε γυρνούσε συνεχώς από το μεσημέρι μέσα στο μυαλό της. Μάλλον για αυτό είχε αργήσει τόσο πολύ με την ετοιμασία των εγγράφων που θα χρειάζονταν για το συνέδριο.
Πήρε την τσάντα της, τον χαρτοφύλακά της και έσβησε τα φώτα του γραφείου. Βγήκε και πέρασε στο διάδρομο για να κατευθυνθεί προς το ασανσέρ. Ξαφνικά σαν να άκουσε βήματα πίσω της. Σαν κάποιος να την ακολουθούσε. Γύρισε να κοιτάξει μα δεν ήταν κανείς. Ποιος να ήταν άλλωστε τέτοια ώρα; Μόνο ο άντρας της ιδιωτικής ασφάλειας έμενε μέχρι να φύγουν όλοι από το κτίριο. Τον είχε ενημερώσει ότι θα καθυστερούσε και λογικά θα την περίμενε στην έξοδο του κτιρίου για να το κλειδώσει και να αποχωρήσουν. Τι στο καλό είχε πάθει σήμερα; Όλη την ώρα άκουγε περίεργους θορύβους. Τελικά όλα αυτά που της συνέβαιναν την είχαν αποσυντονίσει τελείως. Πώς να μη φαντάζεται πράγματα; Οι πόρτες του ασανσέρ άνοιξαν και μπήκε στο θάλαμο για να κατέβει στο ισόγειο. Κοίταξε γύρω της μα δεν είδε κανέναν. Που να ήταν ο φύλακας; αναρωτήθηκε από μέσα της και άρχισε να περπατάει τριγύρω για να τον εντοπίσει. Κοίταξε σε όλο το ισόγειο μα δεν φαινόταν πουθενά. Η πόρτα της εισόδου ήταν ξεκλείδωτη, άρα εκείνος βρισκόταν ακόμα κάπου μέσα στο κτίριο. Πού όμως; Σκέφτηκε να κοιτάξει και στους υπόλοιπους ορόφους. Θα ανέβαινε έναν έναν με τα σκαλιά για να μπορέσει να τον ακούσει. Μετά από ένα τέταρτο είχε ανέβει σε όλους τους ορόφους, είχε κοιτάξει σε όλα τα γραφεία, στις τουαλέτες μα εκείνος ήταν άφαντος. Τι θα έκανε τώρα; Πώς θα έφευγε; Η ίδια δεν είχε κλειδιά και σε καμία περίπτωση δε θα μπορούσε να αφήσει το κτίριο ξεκλείδωτο. Μα που στο καλό βρισκόταν αυτός ο άντρας; Κάθε φορά ήταν στη θέση του. Τι του είχε έρθει σήμερα και έκανε βόλτες; Άρχισε πάλι να κατεβαίνει προς το ισόγειο όταν άκουσε πάλι έναν περίεργο θόρυβο να έρχεται από λίγα μέτρα μακριά. Πέρασε στον όροφο και άρχισε να προχωρά όσο πιο αθόρυβα μπορούσε στον διάδρομο. Τα φώτα τώρα ήταν σβηστά. Ένιωσε ένα κύμα φόβου να την κατακλύζει. Ήταν μόνη της, ο φύλακας δε φαινόταν πουθενά κι εκείνη άκουγε περίεργους θορύβους. Στιγμιαία της πέρασε από το μυαλό η σκέψη να αρχίσει να τρέχει και να βγει από το κτίριο μα γρήγορα την προσπέρασε. Τι είχε να φοβηθεί; Νωρίς ήταν ακόμα. Ποιός θα έμπαινε μέσα στο κτίριο τέτοια ώρα όταν μάλιστα ξέρει πως υπάρχει ασφάλεια; Κανείς δε θα ήταν τόσο χαζός. Ποιος να το διακινδυνεύσει;
Λίγο πριν φτάσει κοντά στο ασανσέρ το μάτι της έπεσε πάνω σε κάτι που ήταν ξαπλωμένο μπροστά από τις συρόμενες πόρτες του. Η καρδιά της άρχισε να χτυπάει σαν τρελή και η ανάσα της σχεδόν κόπηκε. Πλησίασε πιο κοντά και από τη στολή κατάλαβε πως ήταν ο άντρας που έψαχνε. Τώρα οι χτύποι της καρδιάς της γίνονταν ακόμα πιο γρήγοροι, ακόμα πιο έντονοι. Ο άντρας ήταν ξαπλωμένος μπρούμυτα μπροστά στο ασανσέρ και δεν κινιόταν καθόλου. Έβαλε όλη της τη δύναμη για να κρατήσει την ψυχραιμία της και έσκυψε από πάνω του για να τον γυρίσει ανάσκελα.
Η θέα που αντίκρισε την έκανε να χάσει τη φωνή της. Το στήθος του άντρα ήταν πλημμυρισμένο με αίματα ενώ στα σημάδια από τις μαχαιριές που του είχαν επιχειρήσει αποτυπωνόταν όλη η βία με την οποία του είχαν επιτεθεί. Μια τεράστια λίμνη αίματος κρυβόταν ακριβώς από κάτω του.
Άρχισε να ουρλιάζει, να κάνει σαν τρελή μα γρήγορα συνειδητοποίησε ότι ήταν μονάχη της μέσα στο κτίριο. Ή μάλλον όχι. Δεν ήταν μόνη της. Στο κτίριο θα μπορούσε να ήταν ακόμη αυτός που είχε διαπράξει αυτό το έγκλημα. Ήθελε να τρέξει, να ξεφύγει μα τα πόδια της δεν την υπάκουαν. Ήταν σαν να της είχαν δέσει δυο βαριές πέτρες και να μη μπορεί να κάνει βήμα. Όσο κι αν προσπαθούσε ένιωθε να μένει πάντα στο ίδιο μέρος. Κι ύστερα όλα άρχισαν να γυρίζουν γύρω της. Ένιωσε να χάνει το έδαφος κάτω από τα πόδια της, όλα να μαυρίζουν. Κάπου εκεί σαν να είδε μπροστά της μια σκιά να την πλησιάζει. Μα ήταν αργά.
Έπεφτε ήδη λιπόθυμη δίπλα στο νεκρό άντρα.

18 Μαΐου 2010

Το δίλημμα -17 (μια ιστορία σε συνέχειες)


Κι ο ήλιος χάθηκε.  Πέρα μακριά στον ορίζοντα μια λεπτή κόκκινη γραμμή μαρτυρούσε  την κρυψώνα του. Ο κόσμος άρχισε σιγά σιγά να σηκώνετε από τα πεζούλια που καθόταν και να ξεμακραίνει. Πολλοί θα συνέχιζαν την εξόρμηση τους στα μαγαζάκια της Οίας ψωνίζοντας αναμνηστικά για τους ίδιους αλλά και τα αγαπημένα τους πρόσωπα. Άλλοι θα κατέκλυζαν τις καφετέριες και τα εστιατόρια που έμοιαζαν να ακροβατούν πάνω στον κόκκινο ηφαιστειακό βράχο για να γευτούνε τους νόστιμους παραδοσιακούς μεζέδες, να πιουν το ξηρό σαντορινιό κρασί και να απολαύσουν την μαγευτική θέα της Καλντέρας.
Η Ελπίδα σηκώθηκε και εκείνη με τη σειρά της για να φύγει. Δεν είχε αποφασίσει ακόμα τι θα έκανε. Δεν βιαζόταν όμως. Εδώ ο κόσμος δεν κοιμόταν ποτέ. Τα μαγαζιά έμεναν ανοιχτά μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες γεμάτα με κόσμο που διασκέδαζε, τραγουδούσε και χόρευε.  Θα τηλεφωνούσε στη Δέσποινα να έβγαιναν μαζί αργότερα. Η Δέσποινα ήταν παιδική της φίλη και έμενε μόνιμα στη Σαντορίνη. Μεγάλωσαν μαζί από μικρά κορίτσια. Τα σπίτια τους ήταν το ένα απέναντι στο άλλο στην ίδια γειτονιά ενώ οι γονείς τους ήταν κι αυτοί πολύ καλοί φίλοι. Από τον Ιούνιο μέχρι τέλος Αυγούστου γίνονταν αχώριστες. Έφτανε όμως κάθε φορά εκείνος ο καταραμένος Σεπτέμβρης που η Ελπίδα έπρεπε να επιστρέψει στην Αθήνα. Και έμεναν  αγκαλιασμένες μέχρι να έρθει το καράβι κάτω στον Αθηνιό, στο λιμάνι, να κλαίνε και να στενοχωριούνται που θα έχαναν η μια την άλλη μέχρι το επόμενο καλοκαίρι. Τώρα τελευταία όμως την είχαν σταματήσει αυτή την συνήθεια. Ήταν μεγάλες κοπέλες πια. Μπορούσαν να αποχαιρετιστούν χωρίς κλάματα. Εξάλλου οι επισκέψεις της Ελπίδας κρατούσαν πολύ λιγότερο αφού πλέον εργαζόταν στην Αθήνα.
Έβαλε τη φωτογραφική μηχανή στην ειδική θήκη της χωρίς να κοιτάζει γύρω της και περπάτησε προς το πίσω μέρος της εκκλησίας για να πηδήξει στο στενό δρομάκι που την περικύκλωνε. Δεν τα φοβόταν τα ύψη. Το είχε κάνει τόσες και τόσες φορές αυτό το πράγμα που πλέον φάνταζε παιχνιδάκι.
-Να βοηθήσω; άκουσε μια αντρική φωνή από κάτω της. Ο όμορφος νεαρός άντρας που λίγο νωρίτερα χωρίς να το ξέρει είχε γίνει το μοντέλο της, στεκόταν ακριβώς από κάτω τείνοντας το χέρι του προς το μέρος της για να τη βοηθήσει να κατέβει.  Ήταν πανέμορφος, σκέφτηκε από μέσα της ενώ δεν μπόρεσε να μην παραληρήσει τη στιγμή με εκείνη της σκηνής του μπαλκονιού από το περίφημο έργο του Σαίξπηρ «Ρωμαίος και Ιουλιέτα». Έτσι όπως τον έβλεπε από εδώ ψηλά έμοιαζε με τον Ρωμαίο έτοιμο να απαγγείλει εκείνο το «…Μα κοίτα! Σε κείνο το παράθυρο τι φως έχει προβάλλει! Είναι η Ανατολή, κι είναι η Ιουλιέτα ο ήλιος!!
Έβγα ωραίε ήλιε και θάμπωσε τη φθονερή σελήνη, που χλόμιασε κι αρρώστησε κιόλας από το κακό της, να βλέπει εσένα, την πιστή της, πιο όμορφη από την ίδια...».
Κι εκείνη θα απαντούσε με τη σειρά της, «Θα ήταν φρικτό να σε έβλεπαν εδώ κάτω από το παράθυρό μου!». Μα ο Ρωμαίος της θα συνέχιζε, «Έχω της νύχτας τη σκέπη κι από τα μάτια τους με κρύβει. Αν ίσως όμως και δε με αγαπάς, καλύτερα τότε να με βρουν!! Καλύτερα το μίσος τους να πάρει τη ζωή μου, παρά να αργήσει ο θάνατος να έρθει και να μου λείπει η αγάπη σου, γλυκιά μου Ιουλιέτα!...
Της ήρθε να γελάσει με τις σκέψεις της. Μα τι ήταν όλα αυτά που σκεφτόταν; Ίσα που κρατήθηκε για να μη σκάσει στα γέλια και άπλωσε με τη σειρά της το χέρι της για να πιάσει το δικό του. Με ένα σάλτο βρέθηκε στο έδαφος και παραπατώντας έπεσε στην αγκαλιά του μελαχρινού άντρα. Εκείνος την κράτησε σφιχτά για να μην σωριαστεί κάτω και τη βοήθησε να ανακτήσει την ισορροπία της.
-Είσαι καλά; Όλα εντάξει; τη ρώτησε και την κοίταξε με εκείνο το αγγελικό βλέμμα που την έκανε να θέλει να χαθεί μέσα στα μάτια του. Αν ζωγράφιζε τη θάλασσα απόψε, το χρώμα των ματιών του θα έδινε στο πέλαγος. Και τότε καμία άλλη θάλασσα δε θα συγκρινόταν μαζί του. Θα ήταν το πιο όμορφο γαλάζιο όλου του κόσμου.
-Ναι! Μια χαρά είμαι! Σε ευχαριστώ πολύ, απάντησε εκείνη και ένιωσε τα μαγουλά της να κοκκινίζουν. Σαν τα κόκκινα ανθάκια της βοκαμβίλιας που σκαρφάλωνε στο απέναντι μπαλκόνι θα είχαν γίνει τα μάγουλά της. Ήταν σίγουρη γι’αυτό. Μα τι να έκανε; Πώς να το κρύψει. Χαμήλωσε απλώς το πρόσωπό της και πήρε μερικές ανάσες πριν τον ξανακοιτάξει. Θυμήθηκε τον πρώτο της έρωτα, τον Σπύρο, τον αδερφό της Δέσποινας. Την περνούσε πέντε χρόνια κι όταν ήταν μικρότερα όλο την πείραζε. Το ήξερε ότι της άρεσε και το εκμεταλλευόταν. Αυτή δεκατριών, εκείνος δεκαοχτώ, μπορούσε εύκολα να καταλάβει αν το βλέμμα ενός κοριτσιού ήταν φιλικό ή αν μέσα του κρυβόταν κάτι περισσότερο από τη φιλία, κάτι πιο περίπλοκο. Και εκείνος ήταν σίγουρος πως η Ελπίδα τον κοίταζε πράγματι με αυτό το διαφορετικό βλέμμα. Συνεχώς κάτι της έλεγε για να την κάνει να κοκκινίσει. Κι ύστερα την κορόιδευε κι εκείνη νευρίαζε και τον κυνηγούσε πάνω κάτω στα σοκάκια μέχρι να τον πιάσει. Ποτέ όμως δεν τα κατάφερνε. Ο Σπύρος ήταν πολύ πιο γρήγορος από εκείνη και συνεχώς ξεγλιστρούσε.
-Πώς σε λένε; Η φωνή του άντρα που στεκόταν απέναντί της την έβγαλαν από τις σκέψεις της και σήκωσε το πρόσωπό της προς το μέρος του.
-Ελπίδα με λένε, απάντησε χαρίζοντας του το πιο γοητευτικό χαμόγελο που μπορούσε και κοιτάζοντας τον βαθιά στα μάτια του. Εσένα;
-Εμένα με λένε Στέφανο. Χάρηκα πολύ Ελπίδα, απάντησε κι εκείνος με τη σειρά του απλώνοντας το χέρι του για τον τυπικό χαιρετισμό. Κάνεις κι εσύ διακοπές εδώ στο νησί;
-Ναι! Διακοπές! Είμαι από εδώ και έρχομαι κάθε καλοκαίρι. Καθώς του απάντησε στράφηκε να κοιτάζει το απέραντο γαλάζιο που απλωνόταν μπροστά τους. Δεν μπορούσες να καταλάβεις που τελείωνε η θάλασσα και που άρχιζε ο ουρανός. Έμοιαζαν τα δυο αυτά στοιχεία να έχουν γίνει ένα. Το νερό και αέρας είχαν μπλεχτεί μεταξύ τους και θα έμεναν για πάντα αγκαλιασμένα σαν αιώνιοι εραστές. Σαν τον Ρωμαίο και την Ιουλιέτα.
-Είσαι πολύ τυχερή που κατάγεσαι από τούτο τον τόπο. Εμένα είναι η πρώτη μου φορά εδώ και δεν ξέρεις πόσο το μετανιώνω που τόσα χρόνια πριν δεν είχα έρθει ποτέ. Δεν πειράζει όμως. Τώρα είμαι εδώ. Και θα ξανάρθω πολλές φορές ακόμα. Σίγουρα! Μοιάζει μαγικός αυτός ο τόπος. Είναι σαν να σε υπνωτίζει, σαν να σε σαγηνεύει, σαν να σε πείθει να του μείνεις για πάντα πιστός.
Μιλούσε και η φωνή του έμοιαζε με τραγούδι στα αυτιά της. Σαν γλυκιά μελωδία που ερχόταν να την συντροφεύσει την ώρα που αντίκριζε μπροστά της αυτή την τόση ομορφιά. Σιγά σιγά νύχτωνε. Τα φώτα του νησιού άρχισαν ένα ένα να ανάβουν κάνοντάς το να μοιάζει με μεγάλο κρουαζιερόπλοιο στη μέση του Αιγαίου. Κι Ελπίδα ένιωθε επιβάτης του, δίπλα σε αυτόν τον όμορφο νεαρό άντρα που στεκόταν μπροστά της.
Το ταξίδι αυτό, στο οποίο έμελλε να  είναι συνεπιβάτες, θα ήταν μεγάλο…

17 Μαΐου 2010

Το δίλημμα -16 (μια ιστορία σε συνέχειες)

Πόση ώρα να είχε περάσει; Είχε δίκιο τελικά. Θα έτρωγε πολλές ώρες στο γραφείο της σήμερα προκειμένου να είναι όλα έτοιμα για το αυριανό ταξίδι. Σήκωσε το βλέμμα της προς το παράθυρο να κοιτάξει έξω. Μόνο λίγο ουρανό μπορούσε να δει ανάμεσα στα ψηλά κτίρια που υψώνονταν απέναντί της. Είχε πάρει ένα βαθυκόκκινο χρώμα και μαρτυρούσε πως σε λίγο ο ήλιος θα χανόταν για να πάρει τη θέση του η ζεστή καλοκαιρινή νύχτα. Ο νους της ταξίδεψε λίγα χρόνια πίσω. Τότε, που όπως κάθε καλοκαίρι, βρισκόταν στο ομορφότερο νησί του κόσμου. Πόσο τυχερή ήταν. Ο πατέρας της γεννήθηκε στο μαγικότερο μέρος της Γης. Στη Σαντορίνη. Η ομορφιά αυτού του νησιού ήταν τέτοια που σου έκοβε την ανάσα. Μια άγρια ομορφιά που δεν συγκρινόταν με κανένα άλλο μέρος του κόσμου. Κι ένιωθε μεγάλη περηφάνια που καταγόταν από αυτό το θεϊκό νησί. Ναι, ήταν σίγουρη πως αν οι θεοί κατέβαιναν στη γη, αυτό το νησί θα διάλεγαν για να ζήσουν, το δικό της. Λευκό και γαλάζιο, ήλιος και θάλασσα, φρέσκος αέρας και αλμύρα. Με τίποτα δεν το άλλαζε. Από μικρό παιδί έμαθε να περιπλανιέται στα σοκάκια του, να τρέχει στα πλακόστρωτα, να σκαρφαλώνει στους τρούλους των εκκλησιών και να αγναντεύει το πιο όμορφο ηλιοβασίλεμα του κόσμου. Τουρίστες από όλες τις χώρες μαζεύονταν στη Σαντορίνη και περίμεναν την στιγμή που ο μεγάλος κατακόκκινος ήλιος θα χανόταν στη θάλασσα. Κοιτούσαν με έκσταση αυτή τη μαγική στιγμή που η θάλασσα έμοιαζε να παίρνει φωτιά καθώς τον υποδεχόταν στα σπλάχνα της. Και τότε όλοι μαζί ξεσπούσαν σε χειροκροτήματα και σε επευφημίες σαν να επιδοκιμάζανε την πιο επιτυχημένη θεατρική παράσταση την ώρα που έφτανε στο τέλος της. Έτσι γινόταν μέχρι σήμερα και έτσι θα συνέχιζε να συμβαίνει για πολλά χρόνια ακόμα. Ένα τέτοιο όμορφο απόγευμα γνώρισε τον Στέφανο. Εκεί, στη Σαντορίνη, στην Οία. Ανεβασμένη ήταν και τότε στον τρούλο μιας μικρής βυζαντινής εκκλησούλας στο χείλος του γκρεμού. Είχε καθίσει άκρη άκρη ώστε να μην την εμποδίζει κανένας να θαυμάσει τη μοναδική θέα που απλωνόταν μπροστά της. Θα έβγαζε τις πιο ωραίες φωτογραφίες εκείνο το απόγευμα. Ήταν σίγουρη. Ο πατέρας της μόλις της είχε χαρίσει μια επαγγελματική φωτογραφική μηχανή, δώρο για τα γενέθλια της. Και φυσικά οι πρώτες τις φωτογραφίες θα απεικόνιζαν το πιο όμορφο πράγμα της Σαντορίνης. Το ηλιοβασίλεμα της. 

Ξαφνικά ένας ψηλός μελαμψός νεαρός ήρθε και κάθισε ακριβώς μπροστά της. Τουρίστας θα ήταν, σκέφτηκε από μέσα της παρατηρώντας το σκούρο χρώμα της επιδερμίδας και των μαλλιών του. Φορούσε ένα λινό θαλασσί πουκάμισο και μια λευκή βερμούδα ενώ στα πόδια του ένα ζευγάρι δερμάτινα σανδάλια. Στα χέρια του κρατούσε ένα μικρό σάκο και όταν κάθισε τον άνοιξε για να βγάλει κι αυτός από μέσα μια φωτογραφική μηχανή. Γύρισε και την κοίταξε χαρίζοντάς της ένα γλυκό χαμόγελο. Το βλέμμα του την παγίδεψε. Είχε το χρώμα της θάλασσας που απλωνόταν γύρω της. Ένα βαθύ γαλάζιο που όμοιο του δεν είχε αντικρίσει ποτέ στη ζωή της. Θα έλεγε ότι ήταν Ισπανός αλλά με αυτά τα μάτια ήταν λίγο δύσκολο να είναι σίγουρη. Είχε ξεχάσει για ποιο λόγο είχε βρεθεί εκεί. Ξαφνικά δεν την ένοιαζε το ηλιοβασίλεμα. Την ένοιαζε μόνο αυτός ο γοητευτικός άντρας που είχε έρθει να κάτσει κοντά της. Κι ενώ αν ήταν άλλος θα του είχε κάνει παρατήρηση που της έκρυβε τη θέα, τώρα δεν μπορούσε να πει τίποτα. Δεν ήθελε να πει…

Έτσι όπως τον είχε απέναντί της, της έφθανε που θα αντίκριζε αυτόν. Ίσως να έβγαζε αυτόν φωτογραφία. Που θα την καταλάβαινε; Όλοι μια φωτογραφική μηχανή κρατούσαν στα χέρια τους με το φακό στραμμένο στον ορίζοντα. Τι έφταιγε εκείνη που τώρα τύχαινε να βρίσκεται ακριβώς μπροστά της ο άντρας αυτός; Ήξερε πως αφού ο ήλιος βρισκόταν από πίσω του καθώς τον έβλεπε, η φωτογραφία θα έβγαινε σκοτεινή, αλλά δεν την ένοιαζε. Θα είχε τουλάχιστον τη σκιά του να θυμάται…

-Με συγχωρείτε δεσποινίς, άκουσε τη φωνή του να βγαίνει από τα χείλη του καθώς την κοίταξε με τα μεγάλα γαλάζια μάτια του. Μια φωνή βαθιά, βραχνή που όμως έμοιαζε με τραγούδι καθώς ηχούσε στα αυτιά της. Της πήρε λίγα δευτερόλεπτα για να συνειδητοποιήσει πως ο εν λόγω νεαρός απευθυνόταν σε εκείνη.

-Παρακαλώ…, ήταν το μόνο που κατάφερε να αρθρώσει προς απάντηση.

-Θα μπορούσατε μήπως να με βγάλετε μια φωτογραφία; Τη ρώτησε ενώ άπλωσε προς το μέρος της τη μηχανή του. Να φαίνεται και το ηλιοβασίλεμα αν είναι δυνατόν, πρόσθεσε και χαμογέλασε ακόμα μια φορά.

Έλληνας. Ήταν Έλληνας, συλλογίστηκε εκείνη καθώς τον κοιτούσε. Άπλωσε κι εκείνη τα χέρια της για να κρατήσει τη φωτογραφική του μηχανή.

-Βεβαίως… Καθίστε λίγο πιο δεξιά παρακαλώ, του είπε προκειμένου να φαίνεται η θέα του ήλιου που έδυε. Έτσι μπράβο, εκεί! Να σας βγάλω ακόμα μία μήπως και δεν σας αρέσει. Ένα λεπτό παρακαλώ! Αφού τελείωσε του χαμογέλασε κι εκείνη και του επέστεψε τη μηχανή του.

-Σας ευχαριστώ! Να ‘στε καλά, της είπε και γύρισε και πάλι προς τον ήλιο που τώρα μόλις που φαινόταν. Από λεπτό σε λεπτό θα βυθιζόταν ολόκληρος στη θάλασσα για να ξυπνήσει πάλι το επόμενο πρωί.

Κι ενώ ο ήλιος χανόταν πέρα στον ορίζοντα κι ο άγνωστος άντρας στεκόταν ακίνητος να τον θαυμάζει, εκείνη θαύμαζε εκείνον. Αυτόν που έτσι ξαφνικά αυτό το απόγευμα είχε πάρει τη θέση του ήλιου και που είχε γίνει το δικό της θαύμα. Σήκωσε το φωτογραφικό της φακό και άρχισε να τον φωτογραφίζει. Δυο θαύματα ταυτόχρονα. Εκείνον και τον ήλιο. Μόνο το προφίλ του μπορούσε να τραβήξει μα ακόμα κι αυτό της ήταν αρκετό. Όμως εντελώς ξαφνικά γύρισε προς το μέρος της και την κοίταξε. Αυτή τη φορά δεν χαμογέλασε, μονάχα την κοίταξε κι έμοιαζε χαμένος στις σκέψεις του. Κι εκείνη μόλις που πρόλαβε να τον φωτογραφίσει. Ναι! Τα είχε καταφέρει! Τώρα θα κρατούσε για πάντα την ανάμνηση της φυλαγμένη σε μια φωτογραφία!
 Μια ανάμνηση χωρίς όνομα…

Θα διάλεγε όμως ένα δικό της αφού δεν ήξερε το δικό του.
Θα τον έβγαζε «Σαν ήλιος που έδυσε»…
Αφού δεν θα τον ξαναέβλεπε ποτέ...

21 Απριλίου 2010

Το δίλημμα -15 (μια ιστορία σε συνέχειες)


-Μάλιστα κύριε Καρρά. Θα περάσω να τον ενημερώσω. Μείνετε ήσυχος, απάντησε ενώ από μέσα της αναθεμάτιζε την τύχη της. Γιατί; Γιατί να είναι τόσο άτυχη αναρωτιόταν  ενώ ταυτόχρονα προσπαθούσε  να κρύψει  τη σύγχυση που την είχε κυριεύσει. Τι να του έλεγε όμως του ανθρώπου; Δεν υπήρχε καμία δικαιολογία που θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει για να μην πάει στο γραφείο του Φωτιάδη. Αφού της το είχε ζητήσει έπρεπε να το κάνει. Ήθελε δεν ήθελε έπρεπε να πάει.
Χαιρέτησε τον διευθυντή και βγήκε σχεδόν απελπισμένη από το γραφείο του. Δε θυμάται να την είχε πιάσει ποτέ περισσότερο άγχος στη ζωή της. Ακόμα και την πιο δύσκολη ώρα κατάφερνε πάντα να κρατάει την ψυχραιμία της. Που ήταν όμως τώρα αυτή; Γιατί την είχε εγκαταλείψει έτσι; Η καρδιά της πήγαινε να σπάσει, σε λίγο θα ξεπηδούσε από το στήθος της. Πώς θα τον αντίκριζε; Τι θα του έλεγε; Τι θα της έλεγε εκείνος; Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα πέρασαν χιλιάδες ερωτήσεις από το μυαλό της. Πόσο δύσκολα μπορεί τελικά να κάνει τα πράγματα ένα φιλί, σκέφτηκε συνειδητοποιώντας πως τίποτα δε θα μπορούσε να είναι το ίδιο μετά από αυτό που είχε συμβεί ανάμεσα τους. Περπατούσε στο διάδρομο απορροφημένη στις σκέψεις χωρίς να παρατηρεί τι γινόταν γύρω της. Με βήματα μηχανικά δεν κατάλαβε πότε έφτασε έξω από το γραφείο του. Στάθηκε μια στιγμή να κοιτάζει την κλειστή πόρτα χωρίς να κάνει την κίνηση να χτυπήσει. Πότε είχε φτάσει κιόλας; συλλογίστηκε. Πήρε μια βαθιά ανάσα και χτύπησε την πόρτα.
Ψυχραιμία Ελπίδα! Ψυχραιμία! Ήταν το τελευταίο πράγμα που σκέφτηκε πριν σπρώξει την πόρτα για να περάσει στο γραφείο του Δημήτρη.
Καθόταν στο γραφείο του διαβάζοντας κάτι που δεν μπορούσε να καταλάβει τι ήταν από το σημείο που στεκόταν. Έμεινε απλώς να τον κοιτάζει από μακριά περιμένοντας να σηκώσει το κεφάλι του και να την αντικρίσει. Δεν άργησε να το κάνει. Σήκωσε τα μάτια του προς το μέρος της και φάνηκε να ξαφνιάζεται. Σαν να τα έχασε, άφησε αμέσως από τα χέρια του το χαρτί που κρατούσε και σηκώθηκε όρθιος.
-Ελπίδα… είπε πλησιάζοντας την. Θέλεις κάτι; Στάθηκε ακριβώς απέναντί της μα αυτή τη φορά η απόσταση που τους χώριζε ήταν μεγαλύτερη σε σχέση με τις προηγούμενες. Το βλέμμα του ήταν άδειο και η φωνή του κρύα χωρίς ίχνος φιλικότητας. Πόσο αλλαγμένος φαινόταν, σκέφτηκε από μέσα της. Δεν ήταν ο ίδιος άντρας με εκείνον που την κρατούσε αγκαλιά πριν από μια ώρα. Έμοιαζε σαν να μην τον ένοιαζε που την έβλεπε μπροστά του, σαν να του ήταν αδιάφορη η παρουσία της εκεί. Πως γινόταν να αλλάζει τόσο γρήγορα συμπεριφορά αυτός ο άντρας; αναρωτήθηκε καθώς διέκρινε ξεκάθαρα την αλλαγή της στάσης του απέναντί της.
Ίσως όμως να είναι καλύτερα έτσι, συλλογίστηκε. Δεν ήθελε να την απασχολεί άλλο αυτός ο άντρας. Ότι και να έγινε μεταξύ τους θα ήταν καλύτερα να συνεχίσουν σαν να μη συνέβη ποτέ. Σίγουρα ο Δημήτρης θα το είχε σκεφτεί  νωρίτερα αυτό και αυτός θα ήταν και ο λόγος που συμπεριφερόταν έτσι.
-Πέρασα από το γραφείο του κυρίου Καρρά και με ενημέρωσε πως θα πρέπει να φύγουμε αύριο για τη Θεσσαλονίκη. Το πολύ μεθαύριο. Όσο πιο γρήγορα γίνεται τέλος πάντων. Έχουν προκύψει κάποια θέματα που θα πρέπει να έχουν διευθετηθεί πριν την έναρξη του συνεδρίου και χρειάζονται τη βοήθεια μου. Ο κύριος Καρράς ζήτησε να είσαι και εσύ εκεί.
Τα είπε όλα με μια ανάσα σαν να έλεγε το μάθημα της παπαγαλία. Τον κοιτούσε επίσης σαν να μην είχε συμβεί τίποτα και σαν να μην την απασχολούσε καθόλου αυτό που  συνέβη ανάμεσα τους λίγο νωρίτερα. Θέατρο έπαιζε εκείνος; Θέατρο θα έπαιζε και αυτή, σκέφτηκε την ώρα που του απαντούσε με τον ίδιο παγερό τόνο στη φωνή της.
-Αύριο; Την ρώτησε εκείνος γεμάτος έκπληξη. Πότε θα προλάβουμε;
-Δε νομίζω να φύγουμε νωρίς το πρωί. Μάλλον το μεσημέρι. Θα με ενημερώσει και η γραμματέας του για την ακριβή ώρα αναχώρησης μας. Δε θα έρθουμε αύριο στην εταιρεία. Πιστεύω πως θα έχουμε τον χρόνο να ετοιμαστούμε.
-Καλώς. Τι να πω; Εντάξει… έκανε εκείνος ενώ ταυτόχρονα φάνηκε σαν κάτι να συλλογιζόταν από μέσα του. Φαινόταν σκεφτικός και απορημένος μα δεν την ένοιαζε να μάθει το λόγο. Τουλάχιστον αυτό προσπαθούσε να πείσει τον εαυτό της.
-Θα σου τηλεφωνήσω αργότερα να σε ενημερώσω για το ταξίδι, εντάξει; Φεύγω τώρα. Θα πρέπει να ετοιμάσω τα έγγραφα που θα πάρω μαζί μου και πίστεψέ με, είναι πολλά. Με βλέπω να κάθομαι μέχρι το βράδυ εδώ πέρα, πρόσθεσε με ένα ελαφρύ χαμόγελο προσπαθώντας να   σπάσει λίγο τον πάγο που υπήρχε μεταξύ τους.
Εκείνος όμως δε φάνηκε να αλλάζει διάθεση. Παρέμεινε το ίδιο σκεφτικός στη θέση του χωρίς να μιλήσει για ένα λεπτό.
-Θα περιμένω τηλεφώνημα σου, της είπε μετά από μερικές στιγμές με αυστηρό ύφος.
Τόσο πολύ τον πείραξε; αναρωτιόταν τώρα από μέσα της η Ελπίδα καθώς έβγαινε από το γραφείο του. Ίσως… Ποτέ δε θα μάθαινε.
Έπρεπε να πάει στο δικό της γραφείο και να ξεκινήσει αμέσως τη δουλειά. Σίγουρα θα καθόταν περισσότερες ώρες σήμερα προκειμένου να είναι όλα έτοιμα για αύριο. Θα έπρεπε να ενημερώσει και το Στέφανο. Δεν θα του άρεσε καθόλου που θα έφευγε. Κάθε φορά που έκανε κάποιο επαγγελματικό ταξίδι για δυο τρεις μέρες της δημιουργούσε πρόβλημα. Πώς θα του έλεγε τώρα πως θα έπρεπε να λείψει μια ολόκληρη εβδομάδα; Για άλλη μια φορά θα τσακώνονταν, μα δε μπορούσε να κάνει αλλιώς. Κάποια στιγμή θα έπρεπε και εκείνος να καταλάβει πως ότι κάνει το κάνει για τη δουλειά της. Προσπάθησε να διώξει όλες αυτές τις σκέψεις από το νου της. Για την ώρα θα αφοσιωνόταν στην τακτοποίηση των εγγράφων και όταν θα τελείωνε θα σκεφτόταν τι θα κάνει και με τον Στέφανο.
Την ίδια ώρα κάπου αλλού
Ο ήχος του κινητού τηλεφώνου έβγαλε το νεαρό άντρα από τις σκέψεις στις οποίες είχε βυθιστεί. Στην άλλη άκρη η φωνή του ηλικιωμένου άντρα ακουγόταν θυμωμένη.
-Που έχεις χαθεί; Ούτε ένα τηλεφώνημα… Τι συμβαίνει;
-Έλαβα τις πληροφορίες που μου έστειλες νωρίς το πρωί. Δεν γίνονται από τη μία στιγμή στην άλλη αυτά. Θέλω λίγο χρόνο, απάντησε ο νεαρός άντρας προσπαθώντας να δικαιολογήσει την πολυήμερη εξαφάνισή του.
-Ξέρεις καλά ότι δεν έχουμε χρόνο. Θέλω να γίνει γρήγορα η δουλειά, του είπε εκείνος ακόμα πιο θυμωμένος τώρα.
-Νομίζω πως έχω μια πολύ καλή ευκαιρία να προχωρήσω. Αυτές τις μέρες ίσως να καταφέρω να κάνω κάτι…
-Όχι ίσως… Να κάνεις! Θέλω να τη βγάλεις από τη μέση το κατάλαβες; Ξεχνάς την επιταγή που πήρες; πρόσθεσε εξοργισμένος.
-Δεν έχω ξεχάσει τίποτα. Θα το κάνω… Σύντομα! Απάντησε ο νεαρός ενώ από την άλλη μεριά ο ηλικιωμένος άντρας είχε ήδη κλείσει το τηλέφωνο. Έμεινε ακίνητος να σκέφτεται τη διαταγή του.
Θα το έκανε!
Σύντομα μάλιστα!

12 Απριλίου 2010

Το δίλημμα -14 (μια ιστορία σε συνέχειες)

Καθώς τα ζεστά του χείλη άγγιξαν τα δικά της, ένιωσε την φλόγα που έκαιγε μέσα της να δυναμώνει, τους χτύπους της καρδιάς της να ανεβαίνουν επικίνδυνα και την ανάσα της να κόβεται. Ένα ελαφρύ μούδιασμα την έκανε να αναριγήσει την ώρα που εκείνος περνούσε τα δάχτυλα του γύρω από τον αυχένα της για να καταλήξουν μπλεγμένα μέσα στα καστανόξανθα μακριά μαλλιά της. Νόμιζε πως θα λιποθυμούσε κι άπλωσε το χέρι της να κρατηθεί από τον πάγκο που βρισκόταν δίπλα της. Ο Δημήτρης αντιλήφθηκε την κίνηση της, άρπαξε τον ώμο της και την κόλλησε στον τοίχο χωρίς να ελευθερώσει στιγμή τα χείλη του από τα δικά της.
Παραδώσου λοιπόν…, σκέφτηκε από μέσα του, όλα θα είναι πιο εύκολα μετά από αυτό. Την αγκάλιασε με περισσότερο πάθος ενώ το φιλί του έγινε πιο λαίμαργο αφού εκείνη δεν φαινόταν να αντιστέκεται. Σ’έχω στο χέρι, συλλογίστηκε, καθώς προσπάθησε να περάσει το χέρι του κάτω από το εμπριμέ πουκάμισό της για να χαϊδέψει τη γυμνή της μέση. Η κίνησή του επανέφερε αστραπιαία την Ελπίδα στην πραγματικότητα. Ένιωσε να συνέρχεται από το λήθαργο στον οποίο είχε πέσει και να ανακτά τις αισθήσεις της.

Αντέδρασε! Αντέδρασε Ελπίδα! Κάνε κάτι…, διέταξε τον εαυτό της από μέσα της την ώρα που συνειδητοποιούσε τι έκανε. Με όση δύναμη της είχε απομείνει άπλωσε τα χέρια της για να σπρώξει μακριά της τον Δημήτρη. Εκείνος βρέθηκε παραπατώντας μόλις ένα μέτρο απέναντι της. Την κοίταξε σαστισμένος καθώς δεν μπορούσε να ερμηνεύσει την απότομη αλλαγή της διάθεσής της. Στάθηκε μόνο να την κοιτάζει ενώ στο λαιμό του είχε ανέβει ένας κόμπος που τον εμπόδιζε να αναπνεύσει.
-Αυτό να μην το ξανακάνεις ποτέ. Κατάλαβες; του είπε γεμάτη θυμό ενώ από μέσα της ήταν έτοιμη να βάλει τα κλάματα. Δε σου έδωσα ποτέ το δικαίωμα να το κάνεις αυτό… Πώς τόλμησες;
-Νόμιζα πως το ήθελες κι εσύ.
-Λάθος νόμιζες.
-Δεν αντιστάθηκες.
-Δε μου άφησες άλλη επιλογή.
-Μάλλον εσύ δεν ήθελες να τη δεις.
-Πώς τολμάς;
-Απλώς ήθελα να το κάνω, της απάντησε εκείνος προσπαθώντας να της ρίξει ένα βλέμμα γεμάτο ειλικρίνεια. Ο Δημήτρης κατάλαβε ότι δεν έπρεπε να την εξοργίσει παραπάνω. Καλύτερα να υποχωρούσε αυτός. Το μόνο που δεν ήθελε ήταν να την δει ακόμα μια φορά θυμωμένη μαζί του. Αυτό θα τον απομάκρυνε από το στόχο του και οι αποτυχίες δεν ήταν για εκείνον. Θα ήταν καλύτερα να την αφήσει μόνη της. Προχώρησε προς την πόρτα και λίγο πριν βγει γύρισε να την κοιτάξει.
-Συγχώρα με Ελπίδα! Δε θα ξαναγίνει. Ούτε ήθελα να σε προσβάλλω. Πίστεψε με… Προσπάθησε να δείξει μετανιωμένος και σκύβοντας το κεφάλι γύρισε ξανά για να βγει βιαστικά από το δωμάτιο.
Η Ελπίδα έμεινε ακίνητη και αμίλητη να τον κοιτάζει καθώς αυτός έκλεινε πίσω του την πόρτα. Σήκωσε τις παλάμες τις και έκρυψε μέσα τους το πρόσωπό της. Τα μάτια της είχαν γεμίσει δάκρυα και προσπάθησε να τα καθαρίσει. Τελικά όσο κι αν προσπαθούσε να διώξει μακριά της αυτό τον άντρα εκείνος με έναν περίεργο τρόπο βρισκόταν συνεχώς και όλο πιο κοντά της. Σαν να το έκανε επίτηδες. Σαν να διάβαζε τις σκέψεις της και να ήθελε να την κοροϊδέψει που προσπαθούσε να ξεγελάσει τα θέλω της. Ακούμπησε τα δάχτυλά της στα χείλη της, εκεί που νωρίτερα είχαν περάσει τα χείλη του. Εκεί που πριν λίγο είχε νιώσει εκείνο το καυτό φιλί να την ζαλίζει. Δεν μπορούσε να το αρνηθεί στον εαυτό της. Δεν μπορούσε να πει ψέματα στην ίδια. Της άρεσε εκείνο το φιλί. Της άρεσε ο τρόπος με τον οποίο εκείνος ο άντρας την είχε τραβήξει πάνω του, ο τρόπος με τον οποίο την είχε αγκαλιάσει και την είχε κάνει να χάσει τις αισθήσεις της εγκλωβισμένη μέσα στην αγκαλιά του. Και όλο αυτό την έκανε να νιώθει ακόμα χειρότερα. Άθελα της τον σύγκρινε με τον Στέφανο. Δεν κατάφερε να θυμηθεί ούτε μια στιγμή που να υπήρξε τόση ένταση μεταξύ τους όση με αυτή που είχε νιώσει πριν λίγο μέσα σε αυτό το σκοτεινό δωμάτιο αγκαλιά με τον Δημήτρη. Ούτε ακόμα όταν βρίσκονταν στην αρχή της σχέσης τους. Και τι σημασία έχει; αναρωτήθηκε από μέσα της νιώθοντας ντροπή για της σκέψεις της. Εκείνος τις είχε χαρίσει τόσα άλλα πράγματα που αυτό φαινόταν να είναι το λιγότερο. Κι όμως γιατί; Γιατί να αφήσει τον εαυτό της να παρασυρθεί έτσι; Έφερε στο νου της την Σοφία. Όσα είχε πει αυτή η γυναίκα ήταν αλήθεια. Καμία γυναίκα δε μπορούσε να του αντισταθεί. Καμία δε μπορούσε να μην υποκύψει στη γοητεία του. Οι φόβοι της είχαν βγει αληθινοί. Εύκολα είχε γίνει το επόμενο του θύμα. Τουλάχιστον έτσι θα σκεφτόταν εκείνος, ήταν σίγουρη γι’αυτό. Δε θα του έκανε όμως τη χάρη. Ότι και να ένιωθε γι’αυτόν θα προσπαθούσε να το παραμερίσει. Τι να ένιωθε στο κάτω κάτω; Τι θα μπορούσε να νιώσει αφού τον ήξερε τόσο λίγο; Όχι δε θα επέτρεπε στον εαυτό της να αισθανθεί τίποτα παραπάνω. Σίγουρα ούτε και εκείνος θα την πλησίαζε άλλο πια. Μετά από αυτό που είχε κάνει και την αντίδραση που είχε απέναντι του θα ντρεπόταν να την αντικρίσει. Κοιτάχτηκε άλλη μια φορά στον καθρέφτη και αφού σιγουρεύτηκε ότι ήταν καλύτερα βγήκε για να πάει στο γραφείο της. Είχε καθυστερήσει αρκετά και σίγουρα θα την έψαχναν.
Όταν μπήκε τα κορίτσια ήταν στις θέσεις τους και αρχειοθετούσαν κάποιους φακέλους. Στράφηκαν και οι δυο να την κοιτάξουν την ώρα που καθόταν και εκείνη στο δικό της γραφείο.
-Που ήσουν; την ρώτησε η Σοφία γεμάτη άνεση. Σε ζητάει ο κύριος Καρράς. Είπα πως θα επικοινωνήσεις αμέσως μόλις γυρίσεις. Δεν έχει πέντε λεπτά που με κάλεσε η γραμματέας του.
Τίποτα δεν έδειχνε πάνω της να την αγχώνει. Γιατί την παραξένευε όμως το γεγονός; Αυτή δεν ήταν η Σοφία; Γι’αυτό άλλωστε δεν κέρδιζε πάντα; Έκανε το κέφι της, περνούσε καλά και δε μετάνιωνε ούτε ένιωθε άσχημα για τίποτα. Τόσες ιστορίες της είχε πει. Γιατί της φαινόταν περίεργο; Ίσως γιατί αν ήταν εκείνη στη θέση της, θα προτιμούσε να είχε κρυφτεί κάπου, παρά να συμπεριφέρεται με τόση φυσικότητα. Να όμως που εκείνη ήταν η Ελπίδα και όχι η Σοφία. Και η αλήθεια ήταν πως χαιρόταν πολύ γι’αυτό.
-Σ’ευχαριστώ Σοφία μου, της απάντησε και εκείνη με την ίδια άνεση χαρίζοντας της ένα γλυκό χαμόγελο. Αν εσύ με δουλεύεις μία, εγώ θα σε δουλέψω δέκα, σκέφτηκε από μέσα της. Θα καλέσω αμέσως.
Η γραμματέας του κυρίου Καρρά την ενημέρωσε πως θα έπρεπε να ανεβεί στο γραφείο του για να την ενημερώσει για μια εξέλιξη της τελευταίας στιγμής. Αφού έκλεισε λοιπόν το τηλέφωνο ενημέρωσε τα κορίτσια και ανέβηκε στο γραφείο του διευθυντή. Η γραμματέας της υπόδειξε να περάσει και αφού χτύπησε την πόρτα μπήκε για δεύτερη φορά από το πρωί στο γραφείο του.
-Χαίρεται κύριε Καρρά. Με ζητήσατε; Τον ρώτησε πλησιάζοντας προς το μέρος του.
-Ναι κυρία Στεργίου. Σας ζήτησα. Καθίστε παρακαλώ, της είπε ενώ της υπόδειξε τη θέση που βρισκόταν μπροστά από το γραφείο του. Είχα κάποιες συζητήσεις νωρίτερα με μερικά στελέχη, αντιπροσώπους μας στη Θεσσαλονίκη και με ενημέρωσαν πως έχουν προκύψει κάποια σοβαρά ζητήματα που αφορούν τα έξοδα μας εκεί και που χρειάζεται να έχουν επιλυθεί μέχρι την άλλη εβδομάδα που αρχίζει το συνέδριο. Είστε ειδική πάνω σε αυτά. Θα σας ζητούσα λοιπόν να ανέβετε αν γίνετε γρηγορότερα στη Θεσσαλονίκη. Αύριο αν είναι δυνατόν. Το πολύ μεθαύριο. Και θα γυρίσετε την επόμενη εβδομάδα, αφού θα έχει λήξει και το συνέδριο. Τι λετε μπορείτε; Εδώ θα αναλάβουν οι βοηθοί σας.
Η Ελπίδα τον κοίταξε έκπληκτη. Πότε θα προλάβαινε; Αναρωτήθηκε αγχωμένη από μέσα της. Αύριο; Άλλο και τούτο πάλι. Δε μπορούσε όμως να αρνηθεί και το ήξερε καλά αυτό. Ο διευθυντής της είχε πολύ εμπιστοσύνη και δεν θα ήθελε να τον προδώσει. Αντιθέτως, ήθελε να τον βγάλει ασπροπρόσωπο.
-Βεβαίως κύριε Καρρά, απάντησε χαμογελώντας. Όποτε θέλετε. Δεν υπάρχει πρόβλημα.
-Σας ευχαριστώ πολύ κυρία Στεργίου. Θα σας καλέσει και η γραμματέας μου αργότερα να σας πληροφορήσει για τις ώρες αναχώρησής σας. Κάντε μου μόνο μια χάρη ακόμα. Πρέπει να φύγω γιατί έχω μερικά σημαντικά ραντεβού. Αν δεν σας είναι κόπος περάστε να ειδοποιήσετε και τον κύριο Φωτιάδη. Θα είναι και αυτός μαζί σας όπως είπαμε. Καλύτερα να του το πείτε εσείς και να του εξηγήσετε τον λόγο της εσπευσμένης αναχώρησή σας. Μπορείτε; την ρώτησε χαμογελώντας.
Όχι. Όχι αυτό… Δεν μπορώ να το κάνω αυτό, συλλογίστηκε από μέσα της ενώ ταυτόχρονα έφερνε στο μυαλό τις σκέψεις που είχε κάνει νωρίτερα στο μπάνιο.
Όσο κι αν ήθελε να τον κρατάει μακριά της, πάντα γινόταν κάτι και εκείνος βρισκόταν ξανά μπροστά της.
Πόσο ακόμα θα το άντεχε αυτό;

9 Απριλίου 2010

Το δίλημμα -13 (μια ιστορία σε συνέχειες)

Ήθελε για λίγο να μείνει μόνη της. Να μη βλέπει και να μην ακούει κανέναν. Να βάλει τις σκέψεις της σε μια σειρά. Να μπορέσει να ηρεμήσει. Γιατί είχε πάει στο γραφείο του; Γιατί είχε κάτσει να τον ακούσει; Τι την ένοιαζε τέλος πάντων τι σκεφτόταν αυτός ο άνθρωπος; αναρωτιόταν τώρα από μέσα της. Ας σκεφτόταν ό,τι ήθελε. Δικό του θέμα. Δικό του πρόβλημα, συλλογίστηκε. Τα λόγια του της είχαν χαλάσει τελείως τη διάθεση.
«Ίσως να μου έδειχνε πολλά περισσότερα βέβαια αν δεν είχες μπει εσύ. Ποτέ δε θα μάθω…»
Μόνο αυτά είχε κρατήσει στη μνήμη της. Προσπαθούσε να τα διώξει από τη σκέψη της μα εκείνα επέστρεφαν όλο και πιο επίμονα.
Να του έδειχνε τι δηλαδή; συλλογίστηκε, προσπαθώντας να μη σκέφτεται την αναμενόμενη απάντηση. Έφερνε ξανά και ξανά στο νου της την εικόνα της Σοφίας να έχει γείρει προκλητικά προς το μέρος του Δημήτρη. Τελικά αυτή η γυναίκα ήταν ικανή για όλα. Στόχος της ήταν τώρα ο Φωτιάδης και δε θα σταματούσε να τον πολιορκεί αν δεν τον έκανε δικό της. Και θα τον έκανε. Τι της έλειπε άλλωστε; Η Σοφία ήταν πολύ όμορφη γυναίκα. Αυτό ακριβώς. Γυναίκα. Σέξι. Ήξερε τι θέλουν οι άντρες και πώς να τους το δώσει. Ήταν δυναμική, ανεξάρτητη και γεμάτη αποφασιστικότητα. Μα το πιο σημαντικό από όλα -και το οποίο εκτιμούσαν ιδιαίτερα οι άντρες- ήταν ότι προτιμούσε τις ελεύθερες σχέσεις. Δεν ήθελε κανέναν πάνω από το κεφάλι της. Κανέναν που να την ελέγχει και να τη ζαλίζει κάθε λίγο και λιγάκι. Η  αποπλάνηση του Δημήτρη θα ήταν εύκολη υπόθεση για την έμπειρη Σοφία.
Από την άλλη εκείνος της είχε ξεκαθαρίσει πως τέτοιες γυναίκες δεν ήταν του γούστου του.
Σίγουρα το να επιστρέψει στο γραφείο της δεν ήταν καλή ιδέα. Τα κορίτσια θα καταλάβαιναν ότι δεν ήταν καλά και θα άρχιζαν τις ερωτήσεις. Η Ελένη δηλαδή, γιατί η Σοφία μάλλον δε θα είχε τα μούτρα να την αντικρίσει μετά από την απρόσμενη συνάντησή τους στο γραφείο του Δημήτρη. Που να πήγαινε όμως; αναρωτήθηκε από μέσα της καθώς περπατούσε μόνη της στον στενόμακρο διάδρομο. Τα περισσότερα γραφεία ήταν άδεια. Μόνο λίγοι συνάδελφοι είχαν γυρίσει και κάθονταν στις θέσεις τους. Άραγε τα κορίτσια να έλειπαν ακόμα; Δε θα το διακινδύνευε. Θα πήγαινε να ρίξει λίγο νερό στο πρόσωπό της, να νιώσει λίγο καλύτερα και όταν θα ήταν έτοιμη θα επέστρεφε.
Προχώρησε προς τις τουαλέτες και μπήκε κλείνοντας πίσω της την πόρτα. Ευτυχώς για εκείνη δεν ήταν κανείς εκεί. Ο χώρος ήταν σκοτεινός και μόνο ένας ελαφρύς φωτισμός  χάριζε στο δωμάτιο ένα ζεστό χρώμα. Πλησίασε στον νιπτήρα και άνοιξε τη βρύση αφήνοντας το νερό να τρέχει ελεύθερο. Το παρατηρούσε για λίγα λεπτά αφηρημένη ενώ εκείνο χανόταν στη μικρή μαύρη τρύπα. Στη συνέχεια σήκωσε το κεφάλι της και αντίκρισε το είδωλο της που διαγραφόταν στον μεγάλο οβάλ καθρέφτη ο οποίος κρεμόταν ακριβώς μπροστά της. Τα μάτια της έμοιαζαν θλιμμένα και καταπονημένα.  Έσκυψε για να ρίξει λίγο νερό στο πρόσωπό της μήπως και νιώσει καλύτερα.  Καθώς σήκωσε και πάλι το κεφάλι της όμως, άκουσε την πόρτα να τρίζει και κοίταξε προς το μέρος της. Κανείς δεν είχε μπει. Μάλλον ιδέα της θα ήταν, σκέφτηκε από μέσα της. Πήρε λίγο χαρτί για να σκουπίσει το πρόσωπό της. Ξανά ο ίδιος ήχος. Αργός και συρτός. Γύρισε και πάλι προς την είσοδο. Και πάλι όμως δεν ήταν κανείς εκεί. Τι στο καλό; συλλογίστηκε, θα είχε και παραισθήσεις τώρα; Πλησίασε κοντά για να σιγουρευτεί και πράγματι δεν υπήρχε κανένας. Δεν μπορεί, είχε ακούσει πεντακάθαρα αυτή τη φορά, κάποιος είχε πειράξει την πόρτα. Άρχισε να νιώθει ένα μικρό αίσθημα φόβου. Καλύτερα να επέστρεφε στο γραφείο της, σκέφτηκε. Αρκετή ώρα είχε φάει εδώ μέσα. Μα καθώς πήγε να ανοίξει την πόρτα για να βγει έπεσε πάνω στον Δημήτρη. Έκανε προς τα πίσω τρομαγμένη και έμεινε ακίνητη. Εκείνος μπήκε στο δωμάτιο και στάθηκε στον μικρό προθάλαμο λίγο πριν περάσει στο χώρο των ανδρών. Άφησε πίσω του την πόρτα να σφραγίσει και στράφηκε προς την Ελπίδα.
-Σε τρόμαξα; Με συγχωρείς, δεν το ήθελα, της είπε ενώ την κοιτούσε επίμονα κατευθείαν μεσ’τα μάτια της.
-Όχι… Απλώς ήμουν λίγο αφηρημένη και δεν περίμενα να δω κανέναν, απάντησε εκείνη χαμηλώνοντας το βλέμμα της για να μην τον κοιτάζει. Δεν ήθελε να τον βλέπει μπροστά της. Δεν τον άντεχε άλλο. Έμοιαζε ψεύτικος αυτός ο άντρας και δεν ήθελε να έχει και πολλά πάρε δώσε μαζί του. Θα έκανε τα πάντα για να τον αποφύγει και για να μην έρχεται σε επαφή μαζί του. Έπρεπε μόνο να κάνει υπομονή μέχρι να επιστρέψουν από το ταξίδι στη Θεσσαλονίκη. Υπομονή μέχρι την επόμενη εβδομάδα και στη συνέχεια όλα θα τελείωναν. Δεν θα χρειαζόταν να τον πλησιάσει περισσότερο ποτέ ξανά.
-Δεν σε βλέπω καλά. Σου συμβαίνει κάτι; Τα μάτια σου μοιάζουν λιγάκι κουρασμένα, πρόσθεσε ο Δημήτρης καθώς προσπαθούσε να καταλάβει αν πραγματικά είχε κάποιο πρόβλημα η Ελπίδα. Την παρατηρούσε γεμάτος προσοχή χωρίς να αφήσει ούτε ένα λεπτό το βλέμμα του να πέσει από πάνω της. Σίγουρα κάτι την απασχολούσε, σκέφτηκε από μέσα του.
-Καλά είμαι. Φαίνεται πως κάτι μπήκε στο μάτι μου και ήρθα εδώ για να το καθαρίσω. Νομίζω πως δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα τώρα. Πρέπει να πηγαίνω με συγχωρείς, έχω δουλεία, του είπε και έκανε κίνηση να τον προσπεράσει για να περάσει έξω.
Εκείνος άπλωσε το χέρι του και της έκλεισε το δρόμο αναγκάζοντας την να σταματήσει.
-Για να δω… ,της έκανε.
Την έπιασε και την οδήγησε κοντά στο φως για να τη βλέπει καλύτερα. Ένιωσε τα χέρια του να την κρατάνε σφιχτά χωρίς όμως να την πονάνε. Η καρδιά της άρχισε να χτυπάει δυνατά και αισθάνθηκε να ανατριχιάζει.
-Σίγουρα το καθάρισες καλά; Πρόσθεσε ενώ ταυτόχρονα έγειρε για να κοιτάξει καλύτερα. Έφερε τα δάχτυλά του στο πρόσωπό της και τα πέρασε απαλά πάνω από τα μάγουλά της φέρνοντας τα στο ύψος των ματιών. Η Ελπίδα άρχισε να αισθάνεται άβολα. Μα τι έκανε επιτέλους αυτός ο άντρας; Τι ήθελε; συνέχισε να αναρωτιέται. Δεν κουνήθηκε όμως από τη θέση της και περίμενε υπομονετικά μέχρι να την αφήσει.
-Δεν βλέπω τίποτα.
-Στο είπα. Το καθάρισα.
-Ήθελα να είμαι σίγουρος, πειράζει; Γιατί μου τη λες συνέχεια; τη ρώτησε γεμάτος απορία ενώ πλησίασε ακόμα πιο κοντά της. Τα χείλη του άγγιζαν τώρα σχεδόν τα δικά της. Εκείνη ένιωσε το κορμί της να φλέγεται και την ανάσα της να βαραίνει. Το ίδιο και η δική του. Καθώς της μιλούσε την ένιωθε να βγαίνει με όλο και περισσότερη δυσκολία. Σαν να ήταν η τελευταία του.
-Δε στη λέω.
-Μου τη λες.
-Λάθος κάνεις. Εσύ το παίρνεις έτσι.
-Δώσ’το μου να το καταλάβω τότε αλλιώς. Μπορείς;
Είχε ανάψει. Στο μυαλό της έφερε τώρα τη φαντασίωσή της. Έτσι όπως ήταν σκυμμένος από πάνω της, λίγο ήθελε το όνειρο να γίνει πραγματικότητα. Έμοιαζε να την έχει υπνωτίσει και να μη μπορεί να του αντισταθεί.
-Δημήτρη… έκανε όταν βρήκε την δύναμη. Άσε με να φύγω σε παρακαλώ…
-Δεν σε κρατάω. Φύγε αν θες…
Καμία κίνηση όμως. Έμεινε για ακόμα μια φορά κολλημένη στη θέση της να τον νιώθει ακριβώς από πάνω της.
-Εσύ δε θες να φύγεις, της είπε καθώς τα χείλη του ίσα που χάιδεψαν τώρα τα δικά της.
Και το όνειρο μόλις άρχιζε να πραγματοποιείται…

18 Μαρτίου 2010

Το δίλημμα -12 (μια ιστορία σε συνέχειες)

Η Σοφία κοίταξε τον Δημήτρη και έπειτα έσκυψε το κεφάλι της. Χωρίς να ρίξει ούτε μια ματιά στην Ελπίδα, πέρασε δίπλα της και βγήκε από το γραφείο κλείνοντας την πόρτα. Τώρα είχαν μείνει μόνοι τους. Αυτός ακουμπισμένος ακόμα στο γραφείο του και εκείνη δίπλα στην πόρτα. Στέκονταν να κοιτούν ο ένας τον άλλο χωρίς να λένε τίποτα. Μόνο ο ρυθμικός ήχος του ρολογιού ακουγόταν καθώς τα δευτερόλεπτα περνούσαν γρήγορα το ένα μετά το άλλο. Ο Δημήτρης πήρε την πρωτοβουλία και έκανε μερικά βήματα πλησιάζοντας την Ελπίδα που συνέχιζε να μένει ακόμα ακίνητη δίπλα στην πόρτα. Ήρθε και στάθηκε τόσο κοντά της που όταν άνοιξε το στόμα του για να της μιλήσει, ένιωσε την ανάσα του να της χαϊδεύει το πρόσωπο. Δεν αποτραβήχτηκε. Της άρεσε η αίσθηση αυτή. Έμεινε απλώς να κοιτάζει επίμονα το σκοτεινό του βλέμμα. Εκείνο το βλέμμα που το χθεσινό βράδυ είχε στοιχειώσει τα όνειρα της και δεν την είχε αφήσει λεπτό να κοιμηθεί ήρεμα. Ξαφνιάστηκε όταν συνειδητοποίησε πόσο πολύ έμοιαζαν τα μάτια που είχε δει στο όνειρό της με τα μάτια που αντίκριζε τώρα μπροστά της. Ήταν ίδια. Άθελα της, στο υποσυνείδητό της, είχε προλάβει να καταγράψει την ένταση που ήταν ικανά να εκπέμπουν κάθε φορά που σε κοιτούσαν. Υπήρχε κάτι σε αυτά που σου έκοβε την ανάσα, που σε έκανε να τα χάνεις και να μη μπορείς να σκεφτείς τίποτα. Ξαφνικά ξέχασε που βρισκόταν και για ποιο λόγο…


Απλώς τον κοίταζε…

-Λοιπόν; Τι ήθελες να μου πεις; τη ρώτησε και η φωνή του την επανέφερε στην πραγματικότητα.

Δεν απάντησε αμέσως. Συνέχισε να τον παρατηρεί για λίγο. Η σύγχυση του έμοιαζε να έχει εξαφανιστεί. Το πρόσωπο του είχε γίνει τώρα πιο σοβαρό, πιο αυστηρό θα έλεγε κανείς. Το χαμόγελο που είχε νωρίτερα είχε σβηστεί από τα χείλη του και έμοιαζε σαν να τον απασχολεί κάτι πολύ σημαντικό.

-Ήθελα…., να ήθελα να μιλήσουμε γι’αυτό που έγινε το πρωί… ξέρεις εγώ… εγώ δεν συνηθίζω να σχολιάζω ανθρώπους, απάντησε η Ελπίδα προσπαθώντας να βρει τα σωστά λόγια για να δικαιολογηθεί.

-Το ξέρω Ελπίδα… της είπε εκείνος σχεδόν αδιάφορα χωρίς να την κοιτάζει.

-Το ξέρεις; Πώς το ξέρεις;

-Σας άκουσα. Όχι μόνο εσένα. Όλα τα άκουσα…. Και κυρίως αυτά που έλεγε η Σοφία. Γιατί νομίζεις ότι ήταν εδώ; Μιας και έμαθα τι μεγάλη συμπάθεια έχει για μένα, μπήκα στον πειρασμό να το εκμεταλλευτώ… Απλόχερα προσφέρεται πάντως… Έτσι μου έδειξε τουλάχιστον τη λίγη ώρα που μείναμε μόνοι μας. Ίσως να μου έδειχνε πολλά περισσότερα βέβαια αν δεν είχες μπει εσύ. Ποτέ δε θα μάθω…

-Θες να μου πεις δηλαδή ότι σας διέκοψα κιόλας; τον ρώτησε εκείνη ενοχλημένη ενώ ταυτόχρονα προσπαθούσε να επεξεργαστεί τις πληροφορίες που της είχε δώσει. Τι σόι άνθρωπος ήταν τέλος πάντων αυτός ο άντρας; Αναρωτιόταν την ώρα που περίμενε την απάντηση του.

-Φυσικά και όχι. Δεν σκόπευα να κάνω κάτι εδώ μέσα. Είπαμε… απάντησε εκείνος γελώντας. Αστειεύομαι, έτσι; Ελπίζω να το έχεις καταλάβει… Την πλάκα μου έκανα Ελπίδα. Σκότωνα την ώρα μου. Άλλωστε η Σοφία δεν είναι το στυλ μου. Κι όχι μόνο η Σοφία… Οποιαδήποτε γράφει στο μέτωπο «θέλω sex». Εμένα η γυναίκα μου αρέσει να είναι δύσκολη. Όχι να το παίζει… να είναι πραγματικά δύσκολη. Τις βαρέθηκα όλες αυτές που τρέχουν από πίσω μου μόνο και μόνο επειδή είμαι ωραίος. Τι να τις κάνω όταν ξέρω πως ότι κι αν θελήσω θα μου το δώσουν αμέσως; Και μόλις διαπίστωσα και από κοντά ότι η Σοφία είναι μια από αυτές. Μεταξύ μας πάντως… αυτή δεν πρέπει να έχει αφήσει αρσενικό για αρσενικό.

-Γιατί μου τα λες όλα αυτά; Τον ρώτησε απλώς η Ελπίδα όταν είχε τελειώσει αυτά που είχε να πει. Δεν ήξερε τι άλλο να τον ρωτήσει. Δεν είναι ότι δεν τον πίστευε απλά ένιωθε μέσα της ένα κενό. Δεν ήξερε αν ήθελε να ακούσει κάτι άλλο ή όχι… Δεν ήξερε τίποτα…

-Κουβέντα κάνουμε… Τέλος πάντων δεν μπορώ κάποια στιγμή να σου πω κάτι χωρίς να παρεξηγηθείς; Σαν φίλος… Δε νομίζω να είπα κάτι που σε πρόσβαλλε αυτή τη φορά. Μόνο για μένα μίλησα… Και τη Σοφία… Πάντως δεν αναφέρθηκα σε ‘σένα και γι’αυτό είμαι σίγουρος.

-Δημήτρη… εγώ ήρθα απλώς γιατί νόμιζα ότι είχες θυμώσει μαζί μου. Τώρα αν είναι η Σοφία το στυλ σου ή όχι κι αν σκοπεύεις να πας μαζί της ή όχι, εμένα αυτό δε με απασχολεί. Ούτε πως σου αρέσουν οι γυναίκες με απασχολεί. Είναι προσωπικό σου θέμα κι όπως σου είπα προηγουμένως προτιμώ να μην ασχολούμαι με τα προσωπικά του καθενός. Και φυσικά όλα αυτά δε στα λέω ενοχλημένη. Απλώς θέλω να ξέρω ότι δεν υπάρχει κάποια παρεξήγηση μεταξύ μας… Ας είμαστε καλά στη δουλεία μας κι ας μη δημιουργούνται θέματα με το παραμικρό. Είναι κρίμα…, του απάντησε αμέσως εκείνη ενώ από μέσα της ήταν έτοιμη να σκάσει.

-Μην ανησυχείς Ελπίδα. Δεν έχω τίποτα μαζί σου. Στο είπα και πριν… άκουσα τη συζήτηση και άκουσα επίσης ότι προσπαθούσες να σταματήσεις τις όποιες αναφορές στο όνομά μου. Απλά αυτό το «θεός» θα μπορούσες και να μην το είχες πει… Ήταν ειρωνικό, και δεν μπορείς να μου το αρνηθείς, έκανε ο Δημήτρης περιμένοντας να ακούσει τι είχε να του πει πάνω στο συγκεκριμένο θέμα.

-Ειρωνικά το είπα Δημήτρη, δεν το αρνούμαι. Ειρωνικά όμως για τη Σοφία και όχι για ‘σένα. Εσένα γιατί να σε ειρωνευτώ; Ακόμα δεν μου έχεις δώσει το δικαίωμα να πιστεύω πως νομίζεις ότι είσαι «θεός». Που και να το κάνεις βέβαια, εμένα πάλι δεν είναι δικό μου θέμα. Τα είπαμε αυτά. Μην τα ξαναλέμε… απάντησε γεμάτη ειλικρίνεια και έκανε στροφή για να βγει από το γραφείο.

-Ελπίδα…, η φωνή του την σταμάτησε και έστριψε πάλι προς το μέρος του. Φίλοι; Την ρώτησε καθώς σήκωνε το χέρι του απλώνοντάς το μπροστά της.

Εκείνη πλησίασε προς το μέρος του και άπλωσε το δικό της.

-Φίλοι Δημήτρη. Και βέβαια φίλοι.

Την ώρα που τα χέρια τους χωρίζονταν ένιωσε τα δάχτυλά του να χαϊδεύουν την παλάμη της και βιάστηκε να την τραβήξει. Έπειτα γύρισε και πάλι για να βγει από το γραφείο.

Ο Δημήτρης πλησίασε και ακούμπησε πάλι στο γραφείο του. Έμεινε να σκέφτεται τα τελευταία λόγια της Ελπίδας…

«Φίλοι»…. επανέλαβε από μέσα του.

Όχι όμως για πολύ ακόμα, απάντησε στον εαυτό του ενώ κατευθύνθηκε και αυτός προς την έξοδο.

15 Μαρτίου 2010

Το δίλημμα -11 (μια ιστορία σε συνέχειες)

Προσπάθησε να συγκεντρωθεί γυρίζοντας πάλι στα έγγραφα που είχε αραδιασμένα πάνω στο γραφείο της αλλά της ήταν πολύ δύσκολο. Μα πώς τα είχε καταφέρει έτσι; σκέφτηκε γεμάτη απογοήτευση κουνώντας το κεφάλι της. Γνωρίζονταν μόλις δυο μέρες, μα ήταν σίγουρη πως εκείνος είχε προλάβει ήδη να την μισήσει. Πρώτα τα χθεσινά, τώρα αυτό… Με το δίκιο του ο άνθρωπος. Όλα στραβά της είχαν πάει. Και να πει κανείς ότι έφταιγε… Η Σοφία ήταν αυτή που τον σχολίαζε και η Ελπίδα την είχε παρακαλέσει να σταματήσει. Αν δεν ήταν αυτή δε θα είχε συμβεί τίποτα. Στο τέλος όμως, η ίδια είχε βρει τον μπελά της. Τι αδικία…, είπε από μέσα της ρίχνοντας ένα λοξό βλέμμα στη Σοφία την ώρα που εκείνη αρχειοθετούσε μερικά τιμολόγια. Έμοιαζε αμέριμνη να συνεχίζει τη δουλειά της. Ούτε καν είχε ρωτήσει αν της είπε τίποτα ο Δημήτρης. Αλλά έπρεπε να το περιμένει. Έτσι ήταν η Σοφία, άναβε φωτιές και έφευγε. Άφηνε τους άλλους πίσω να ψάχνουν να βρουν τον ένοχο και εκείνη εξαφανιζόταν από τον τόπο του εγκλήματος. Έτσι είχε κάνει και τώρα. Είχε βάλει τη φωτιά της και είχε αφήσει την Ελπίδα να καίγεται αβοήθητη. Την είχε καταλάβει καλά όσα χρόνια δούλευαν μαζί, όχι μόνο αυτή αλλά και οι περισσότεροι συνάδελφοι της και η αλήθεια είναι ότι δεν διατηρούσαν ιδιαίτερες σχέσεις μαζί της. Το ίδιο έκανε και αυτή. Κρατούσε τυπικές σχέσεις μαζί της και οι συζητήσεις τους αφορούσαν κυρίως εργασιακά θέματα. Όποτε εκείνη της εξιστορούσε της περιπέτειες της με τα κάθε λογής αρσενικά η Ελπίδα έμενε αμέτοχη και άφηνε κυρίως την Ελένη να μιλάει μαζί της. Προτιμούσε να μη σχολιάζει μιας και τις περισσότερες φορές ήθελε να τη βρίσει με αυτά που άκουγε. Είχαν τελείως διαφορετικές απόψεις. Δεν ταίριαζαν καθόλου σαν χαρακτήρες. Ήταν οφθαλμοφανές.


Σταμάτα, διέταξε τον εαυτό της από μέσα της προσπαθώντας να διώξει από το μυαλό της όλες αυτές τις αρνητικές σκέψεις και κοιτάζοντας το ρολόι. Η ώρα είχε περάσει. Έβαλε όσα έγγραφα χρειαζόταν στον χαρτοφύλακά της και ετοιμάστηκε να φύγει για την τράπεζα. Μόλις θα γύριζε θα μιλούσε με τον Δημήτρη για να του εξηγήσει πως είχε η κατάσταση. Σίγουρα δεν θα εξέθετε την Σοφία αλλά ούτε και θα τον άφηνε να πιστεύει πως κάθεται και τον σχολιάζει πίσω από την πλάτη του. Αυτά όμως αργότερα. Τώρα προείχε η δουλειά.

-Λοιπόν κορίτσια, εγώ φεύγω. Έχω αργήσει και ο διευθυντής της τράπεζας θα με περιμένει. Για ό,τι χρειαστείτε καλέστε με στο κινητό μου, τους είπε την ώρα που έβγαινε από το γραφείο.

Τα κεντρικά της τράπεζας δεν ήταν πολύ μακριά και έτσι λίγα λεπτά αργότερα περνούσε την είσοδο τους κατευθυνόμενη προς το γραφείο του διευθυντή. Εκείνος την καλοδέχτηκε και άρχισαν αμέσως τις συζητήσεις για τα οικονομικά θέματα που τους απασχολούσαν. Μία ώρα μετά τον αποχαιρετούσε ευχαριστημένη αφού είχε καταφέρει να κλείσει την πολυπόθητη συμφωνία που θα επέφερε μεγάλα προνόμια στις μεταξύ τους συναλλαγές. Τουλάχιστον είχε για κάτι να χαίρεται εκείνη την ώρα. Φαίνεται πως η κακοτυχία της δεν είχε επηρεάσει τη δουλειά. Ακόμη τουλάχιστον…

Όταν επέστρεψε στην εταιρεία οι περισσότεροι υπάλληλοι έκαναν το διάλλειμα τους και έτσι τα πιο πολλά γραφεία ήταν άδεια. Ανέβηκε στο δικό της από το οποίο έλειπαν επίσης η Ελένη με τη Σοφία και άφησε τα πράγματά της στη θέση τους. Σκέφτηκε να πάει να τις βρει απέναντι στο εστιατόριο μα στην ιδέα μόνο και μόνο ότι θα έπρεπε να μιλήσει στην Σοφία το μετάνιωσε. Όχι ότι δε θα της μίλαγε ποτέ αλλά τώρα δεν είχε καθόλου τη διάθεση.

Ήξερε τι θα έκανε. Θα πήγαινε να μιλήσει στον Δημήτρη. Ίσως να ήταν στο γραφείο του και να μην είχε φύγει ακόμα. Πήγε να βγει στο διάδρομο μα σταμάτησε. Ωραία θα πήγαινε, αλλά τι θα του έλεγε; στάθηκε για λίγο να αναλογιστεί. Έψαξε να βρει μια καλή δικαιολογία για να μπορέσει να αιτιολογήσει αυτά που είχε πει αλλά το μυαλό της είχε κολλήσει. Δεν μπορούσε να σκεφτεί τίποτα. Ότι και να του έλεγε ίσως αυτός να μην την πίστευε ποτέ. Ωστόσο θα έπρεπε να προσπαθήσει. Δεν της άρεσε να πιστεύουν γι’αυτή πράγματα τα οποία δεν ήταν. Και σίγουρα δεν ήταν κουτσομπόλα. Αντιθέτως προτιμούσε να μην ασχολείται με τις προσωπικές υποθέσεις του καθενός παρά μόνο όταν οι ίδιοι ήθελαν κάτι να της εκμυστηρευτούν. Και τότε ακόμα προσπαθούσε να είναι όσο το δυνατόν απόμακρη δίνοντας απλώς μια συμβουλή, κάτι που θα έκανε και αυτή αν ήταν στη θέση τους. Δεν ήθελε να μπλέκει γιατί ήξερε καλά πως πάντα μετά υπάρχουν παρεξηγήσεις.

Βγήκε και περπάτησε στον διάδρομο προς το γραφείο του Δημήτρη. Θα πήγαινε και ό,τι έβγαινε. Θα έβλεπε εκείνη την ώρα τι θα του έλεγε. Το πολύ πολύ να τσακώνονταν και να μη ξαναμιλούσαν. Τι είχε να χάσει; Δεν ήταν και φίλοι…

Άκουσε τον Δημήτρη να μιλάει, και πέρασε στο γραφείο του χωρίς να χτυπήσει αφού η πόρτα είχε μείνει ανοιχτή. Ο Δημήτρης καθόταν ακουμπισμένος στο γραφείο του και πάνω του είχε γύρει προκλητικά η Σοφία ψιθυρίζοντας του κάτι στο αυτί. Φαινόταν να θέλει να τον αγγίξει, να τον αγκαλιάσει αν ήταν δυνατόν μα έμοιαζε να φοβάται να το τολμήσει. Ωστόσο ο Δημήτρης δεν φαινόταν να αισθάνεται άσχημα. Αντιθέτως την κοιτούσε με νόημα και της γελούσε καθώς εκείνη είχε επικαλεστεί όλη της την γοητεία για να τον ξελογιάσει. Κάθε τόσο το βλέμμα του χανόταν στο βαθύ ντεκολτέ της το οποίο η ίδια δεν έχανε ευκαιρία να το τονίζει για να του τραβήξει το ενδιαφέρον. Πόσο να αντισταθεί και εκείνος στην τόση περίοπτη θέα του; Άντρας ήταν, δεν ήθελε και πολύ. Προσπάθησε όμως να μη το δείξει και συνέχισε να της χαμογελάει κοιτάζοντας την στα μάτια αυτή τη φορά. Έμοιαζαν να διασκεδάζουν ο ένας με την παρέα του άλλου χωρίς να νοιάζονται αν τους έπαιρνε είδηση κάποιος συνάδελφος. Θα έπρεπε να προσέχουν περισσότερο αφού η στάση τους σε έπειθε πως αυτοί οι δύο δεν είχαν μόνο επαγγελματικές σχέσεις μεταξύ τους αλλά και κάτι περισσότερο.

Η Ελπίδα –την οποία τόση ώρα δεν είχαν αντιληφθεί- προσπάθησε να κρατήσει την ψυχραιμία της στη θέα των δυο τους. Μετά από λίγα δευτερόλεπτα βρήκε τη δύναμη να μιλήσει.

-Με συγχωρείτε, απευθύνθηκε και στους δυο ξεροβήχοντας, Δημήτρη θα μπορούσα να σου μιλήσω για λίγο;

Στο άκουσμα της φωνής της, η Σοφία απομακρύνθηκε απότομα από τον Δημήτρη και κοίταξε την Ελπίδα που στεκόταν δίπλα στην πόρτα. Το ίδιο έκανε και ο Δημήτρης ενώ στο πρόσωπό του μπορούσε να διαβάσει κανείς την σύγχυση που ένιωθε.

Τα είχε καταστρέψει όλα πριν καν αρχίσει…

9 Μαρτίου 2010

Το δίλημμα -10 (μια ιστορία σε συνέχειες)

Έμεινε αποσβολωμένη για μερικά δευτερόλεπτα να τον κοιτάζει ενώ εκείνος περίμενε να πάρει μια απάντηση στην ερώτηση που τους είχε κάνει. Τα μάτια του την στόχευαν γεμάτα πρόκληση, αρνούμενα να φύγουν από πάνω της. Ένιωθε το βλέμμα του να έχει φυλακίσει το δικό της ενώ μια φωνή από μέσα της τη διέταζε να συνεχίσει να κοιτάζει μόνο αυτόν. Όσο άβολα και αν ένιωθε, τον κοίταζε και η εκείνη με την ίδια ακριβώς ένταση. Αυτή, πρέπει να ήταν και η πρώτη φορά που τον παρατηρούσε τόσο προσεχτικά. Ούτε καν εχθές, στο διάλλειμα που πέρασαν μαζί δεν είχε καταφέρει να τον παρατηρήσει τόσο καλά, μάλλον εξαιτίας του άγχους ή του θυμού που είχε . Πριν από τη χθεσινή σύσκεψη δεν τον είχε προσέξει καθόλου. Είχε ακούσει πως λίγο καιρό πριν είχε έρθει ένας νέος υπάλληλος αλλά δεν είχε τύχει να συναντηθούν. Η αλήθεια είναι πως τα τμήματα στα οποία εργάζονταν ο καθένας τους, δεν είχαν άμεση συνεργασία μεταξύ τους και έτσι ήταν επόμενο να μην έχουν γνωριστεί νωρίτερα. Και όμως, ο Δημήτρης δεν ήταν από τους άντρες που περνούσαν απαρατήρητοι. Αντιθέτως θα έλεγε κανείς.

Ήταν από αυτούς που δεν άφηναν καμία γυναίκα ασυγκίνητη. Η ομορφιά του ήταν τέτοια που φάνταζε επικίνδυνος, σαν απαγορευμένος καρπός. Αργά ή γρήγορα θα του παραδινόσουν, θα υπέκυπτες άνευ όρων, ανίκανη να κρατήσεις αντιστάσεις στη γοητεία του. Θα ερχόταν η ώρα που τα κάστρα θα έπεφταν και τότε η πόλη θα γινόταν δική του. Και ο Δημήτρης το ήξερε αυτό, το γνώριζε πολύ καλά. Έβλεπε πώς του φέρονταν οι γυναίκες, τον τρόπο με τον οποίο τον πλησίαζαν τάχα για να τον ρωτήσουν κάτι σχετικό με τη δουλειά, τα πονηρά και γεμάτα υποσχέσεις βλέμματα που του έριχναν κάθε φορά που το δικό του διασταυρωνόταν με κάποιο γυναικείο. Είχε αποκτήσει τέτοια αυτοπεποίθηση και τέτοιο θάρρος που έμοιαζε παντοδύναμος.

Και τώρα που τον παρατηρούσε για πρώτη φορά, η Ελπίδα συνειδητοποιούσε πως θα μπορούσε εύκολα να γίνει το επόμενο θύμα του. Ήταν πράγματι σαν θεός. Από μέσα της τουλάχιστον μπορούσε να παραδεχτεί την κυριολεχτική σημασία – όσο κυριολεχτική θα μπορούσε να είναι αυτή- που έπαιρνε τώρα ο ειρωνικός χαρακτηρισμός με τον οποίο τον είχε αποκαλέσει νωρίτερα στην τελευταία της φράση. Διάβαζε μέσα στο σκούρο βλέμμα του, όλα εκείνα που ήταν ικανός να της κάνει αν αυτή αφηνόταν ελεύθερη στη θέληση του. Μπορούσε να μιλήσει μόνο με τα μάτια του –αυτά τα κατάμαυρα μάτια- σε κάθε γυναίκα που βρισκόταν απέναντι του και να της πει αυτά που εκείνος ήξερε πως θα την τρελάνουν και θα την κάνουν να τον σκέφτεται διαρκώς. Τέτοια δύναμη είχε. Θεϊκή.

-Καλά δε θα μου πείτε; Τι έχετε πάθει και δε μιλάτε; ρώτησε ο Δημήτρης βλέποντας πως καμία δεν έπαιρνε την πρωτοβουλία να απαντήσει. Η φωνή του έβγαλε την Ελπίδα από τις σκέψεις της και μόνο τότε πήρε τα μάτια της από πάνω του κοιτάζοντας τα κορίτσια. Το ίδιο έκανε και εκείνος. Βλέποντας πως η Ελπίδα δεν υπήρχε περίπτωση να του απαντήσει στράφηκε προς τη Σοφία και την Ελένη.

-Η Ελπίδα, μας έλεγε για το ταξίδι που θα κάνει στη Θεσσαλονίκη μαζί σου Δημήτρη. Γι’αυτό άκουσες και το όνομά σου. Μαζί δε θα πάτε; αποκρίθηκε η Σοφία γεμάτη νάζι και με τέτοια φυσικότητα που δεν άφηνε σε κανέναν περιθώρια για αμφισβήτηση. Όχι όμως και στον Δημήτρη που είχε ακούσει καλά την τελευταία φράση της Ελπίδας. Ποιός ο λόγος να τον αποκαλεί «θεό»; Και τόσο ειρωνικά μάλιστα. Πρώτη του φορά είχε ακούσει από γυναίκα να μιλά έτσι γι’αυτόν και του προξενούσε μεγάλη απορία. Ωστόσο δεν θέλησε να το δείξει και έκανε πως πίστεψε τη Σοφία

-Α ναι. Μαζί θα πάμε την άλλη εβδομάδα. Δουλειές…

Δεν είπε τίποτα άλλο και προχώρησε προς το γραφείο της Ελπίδας η οποία είχε ήδη καθίσει και τακτοποιούσε τα χαρτιά της για να φύγει. Τα κορίτσια έκατσαν και εκείνα στη θέση τους την ώρα που τον είδαν να βολεύεται σε μια καρέκλα μπροστά από το γραφείο της Ελπίδας.

-Δουλειές… επανέλαβε ο Δημήτρης γεγονός που την έκανε να σηκώσει το κεφάλι της και να τον κοιτάξει.

-Δεν θες να πας στη Θεσσαλονίκη, έτσι; η ερώτηση του ξάφνιασε την Ελπίδα.

-Γιατί να μη θέλω; Του απάντησε όλο απορία.

-Ίσως και να θες… πάντως σίγουρα δε θέλεις εμένα μαζί σου… της είπε περιμένοντας την αντίδρασή της.

-Τι λες Δημήτρη; Γιατί να μη θέλω; Μου έκανες τίποτα; Που και να μου είχες κάνει δηλαδή αφού πρόκειται για επαγγελματικό σκοπό και πάλι θα δεχόμουν να κάνω αυτό το ταξίδι.

-Αυτό λέω και εγώ… Πως ότι και να συμβαίνει εδώ μέσα είμαστε συνάδελφοι και πρέπει να έχουμε καλές σχέσεις. Πως είτε το θέλεις είτε όχι εγώ το επόμενο Σαββατοκύριακο θα είμαι στη Θεσσαλονίκη μαζί σου. Για δουλειές… τόνισε την τελευταία λέξη του.

-Σε παρακαλώ, θα μπορούσες να μιλάς λίγο πιο ήρεμα; Έκανε η Ελπίδα μην μπορώντας να ερμηνεύσει αυτή του τη συμπεριφορά. Επιτέλους δεν μπορώ να καταλάβω, τι έπαθες ξαφνικά;

-Δε μου αρέσει να με κοροϊδεύουνε πίσω από την πλάτη μου. Αυτό έπαθα… απάντησε εκείνος ψιθυριστά. Εχθές μου είπες ότι δεν έχεις τίποτα μαζί μου και πως απλώς έτσι σου βγήκε και μου μίλησες επιθετικά… Και σήμερα έτσι σου βγήκε πάλι και με σχολίαζες; Μα τι έκανε, αναρωτήθηκε από μέσα του. Γιατί μιλούσε έτσι; Τι τον ένοιαζε; Σάμπως δεν ήξερε ότι πάντα οι γυναίκες λένε γι’αυτόν;

Αυτή τη φορά όμως ήταν διαφορετικά. Δεν είχε ακούσει ποτέ καμία γυναίκα να αναφέρεται ειρωνικά στο πρόσωπό του. Αντιθέτως τα σχόλια ήταν πάντα ευνοϊκά. Ίσως κάτι πολύ περισσότερο από ευνοϊκά. Και ο εγωισμός του αυτό δεν το επέτρεπε. Δεν το γνώριζε καν…

-Δημήτρη συνεχίζω να μη σε καταλαβαίνω… Λυπάμαι… του απάντησε εκείνη και στράφηκε πάλι στα έγγραφά της ελπίζοντας πως θα την άφηνε και θα έφευγε.

-Να ξέρεις πάντως γλυκιά μου, πως οι «θεοί», είπε ενώ σηκωνόταν από τη θέση του γεμάτος νόημα, έχουν αυτιά και ακούνε! Ακούνε και βλέπουν τα πάντα! Κατάλαβες τώρα; συνέχισε και μην αφήνοντας την να απαντήσει κατευθύνθηκε προς την έξοδο του γραφείου.

Η Ελπίδα σήκωσε το κεφάλι της και τον είδε ενώ απομακρυνόταν.
Και βέβαια καταλάβαινε… Τα είχε ακούσει όλα!

6 Μαρτίου 2010

Το δίλημμα -9 (μια ιστορία σε συνέχειες)

Όταν μπήκε στο γραφείο της προσπάθησε να μη δείξει στα κορίτσια τον εκνευρισμό της. Ήταν αφοσιωμένες η καθεμία στη δουλειά της κι έτσι δε χρειάστηκε να προσπαθήσει και πολύ. Πέρασε γρήγορα στη θέση της και βιάστηκε να καταπιαστεί με όσα είχε αφήσει νωρίτερα στη μέση.

-Λοιπόν, τι σας ήθελε ο Καρράς; την ρώτησε η Ελένη λίγες στιγμές αργότερα χωρίς να σηκώσει το κεφάλι της από τα έγγραφα που είχε μπροστά της.

-Το επόμενο Σαββατοκύριακο θα πρέπει να ανέβω με τον Φωτιάδη στη Θεσσαλονίκη για το εθνικό συνέδριο, απάντησε η Ελπίδα.

-Δε θα πάει ο Καρράς; πετάχτηκε η Σοφία ακούγοντας τον διάλογο τους.

-Όχι. Θα πρέπει να πάει στη Γερμανία για μια σύσκεψη κι έτσι μου ζήτησε να πάω εγώ κι ο Δημήτρης. Να του δείξω λέει τα πράγματα αφού είναι νέος στο χώρο και δε γνωρίζει και πολλά. Και φυσικά δεν μπορούσα να αρνηθώ…

Η Σοφία γούρλωσε τα μάτια της και σηκώθηκε όρθια.

-Να αρνηθείς; Τρελή είσαι κοπέλα μου; Θα έχεις τον κούκλο δυο μέρες δίπλα σου και θα αρνηθείς; πρόσθεσε καθώς πλησίασε προς το μέρος της.

Η αλήθεια είναι ότι δεν περίμενε να ακούσει και τίποτα άλλο από την Σοφία. Ήταν είκοσι οχτώ χρονών και είχε καταλάβει εδώ και καιρό το νόημα της ζωής. Τουλάχιστον έτσι διαλαλούσε σε όλο τον κόσμο. Θα ζούσε για πάντα τη ζωή της ελεύθερη χωρίς καμία δέσμευση, γάμους και παιδιά. Θα περνούσε καλά με όποιον άντρα ήθελε και όταν θα βαριόταν θα έφευγε στην αναζήτηση νέων περιπετειών. Δε θα έδινε λογαριασμό σε κανέναν. Θα ήταν η ίδια κυρία του εαυτού της χωρίς προβλήματα και υποχρεώσεις. Αυτό έκανε πάντως από την ώρα που την γνώρισε η Ελπίδα. Και ποιος ξέρει πόσα χρόνια πριν… Είχε ακούσει πλήθος αντρικών ονομάτων να βγαίνουν από το στόμα της. Πότε με θαυμασμό και πότε με μίσος. Όπως και να είχε πάντως δεν την είχε δει ποτέ να στενοχωριέται. Τελικά ίσως και να είχε εν μέρει ένα δίκιο, σκέφτηκε τώρα από μέσα της καθώς ετοιμαζόταν να της απαντήσει.

-Σοφία τι είναι αυτά που λες; Τι δουλειά έχω εγώ με αυτόν τον άνθρωπο; Συνεργάτης μου είναι και θα πάμε να κάνουμε τη δουλειά μας. Δεν πάμε για διασκέδαση… σε συνέδριο πάμε, απάντησε φανερά ενοχλημένη.

-Καλά ντε… πώς κάνεις έτσι; της είπε εκείνη. Εγώ πάντως στη θέση σου θα το διασκέδαζα και λίγο… και πολύ μη σου πω την αλήθεια. Όχι θα τον είχα δίπλα μου να του μιλάω για οικονομικές θεωρίες και κουραφέξαλα. Για άλλα πράγματα θα του μιλούσα… και είμαι σίγουρη πως θα τα έβρισκε πολύ πιο ενδιαφέροντα. Φαίνεται το παιδί κοπέλα μου. Τον έχω καταλάβει εγώ…

-Σοφία αρχίζω να εκνευρίζομαι. Μπορείς σε παρακαλώ να σταματήσεις να λες κουταμάρες; Δε με νοιάζει τι θα έκανες εσύ! Και αν δε θυμάσαι καλά να σου υπενθυμίσω ότι είμαι αρραβωνιασμένη και σκοπεύω να παντρευτώ σύντομα... Δε σε πιστεύω πάντως… Τα κάνεις όλα να φαίνονται τόσο ασήμαντα…

-Ελπίδα μην τρελαίνεσαι. Άκου με κι εμένα. Κάτι ξέρω και εγώ. Γιατί νομίζεις ότι σκέφτομαι έτσι; Η ζωή με έκανε… Τι νομίζεις ότι θα κάνεις που θα παντρευτείς; Στην αρχή όλα ωραία θα είναι. Θα κάνετε τα παιδάκια σας και όλα μέλι γάλα. Μετά όμως έρχονται τα δύσκολα… Μετά σε θέλω. Θα κουραστείς, θα βαρεθείς, θα συνηθίσεις και δε θα μπορείς να φύγεις… Φυλακή είναι ο γάμος. Ενώ σκέψου τη ζωή σου ελεύθερη. Δε θα βαρεθείς ποτέ σου. Κάθε φορά και κάτι καινούργιο. Σήμερα αυτό αύριο εκείνο. Σήμερα εδώ αύριο εκεί. Αυτό είναι ευτυχία. Να μπορείς διαρκώς να επιλέγεις εσύ την επόμενη κίνηση σου και όχι να στην ορίζουν οι υποχρεώσεις σου και τα πρέπει, απάντησε υπερασπιζόμενη τη θέση της.

-Κορίτσια να μιλήσω και εγώ; ακούστηκε η Ελένη αστειευόμενη ενώ προσπάθησε να μπει στη συζήτηση. Παντρεμένη είμαι και εγώ δεκαπέντε χρόνια και έχω και δυο άντρες ίσα με εκεί πάνω. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη ευτυχία από τα παιδιά. Και αυτός είναι και ο σκοπός του γάμου. Σοφία πάψε να τα κάνεις όλα να φαίνονται τόσο δραματικά. Ναι, μπορεί να έρχονται στιγμές που κουράζεσαι, που σκας… μα σαν κοιτάς μέσα στα μάτια τους όλα ξεχνιούνται. Γι’αυτό έχουμε γίνει έτσι όπως είμαστε μου φαίνεται. Τα έχουμε ισοπεδώσει όλα. Ποιά πιστεύω και ποιά ιδανικά μου λες εσύ…

-Τι είπα η χριστιανή και κάνετε έτσι καλέ; Ότι είναι ωραίος άντρας είπα και πως αν εγώ πήγαινα μαζί του θα έκανα τα πάντα για να του αφήσω αξέχαστο αυτό το Σαββατοκύριακο. Τόσο κακό είναι; Συγνώμη αλλά εγώ έχω άλλες απόψεις από εσάς και δε θα συμφωνήσω μαζί σας… Πάντως Ελπίδα παραδέξου το. Αποκλείεται να μην έχεις παρατηρήσει το πόσο γοητευτικός είναι. Κι αυτό το βλέμμα… σε πάει στην κόλαση! συνέχισε η Σοφία γελώντας και πειράζοντας την Ελπίδα που έμοιαζε να βγάζει καπνούς από τα νεύρα της.

-Λοιπόν δε θέλω να ακούσω τίποτα άλλο. Τελείωσε η κουβέντα. Ας δουλέψουμε και λίγο. Πρέπει να ετοιμάσω τα χαρτιά γιατί σε μια ώρα έχω ραντεβού με τον διευθυντή της τράπεζας και δε θα προλάβω να τα έχω έτοιμα. Αρκετά με τον «θεό» Φωτιάδη… είπε και στις δυο η Ελπίδα κάνοντας τους νόημα να γυρίσουν στις θέσεις τους.

-Άκουσα το όνομα μου; ακούστηκε μια αντρική φωνή. Ο Δημήτρης στεκόταν στη είσοδο του γραφείου με τα χέρια του σταυρωμένα και τον ώμο του να γέρνει προς την πόρτα.

Οι τρεις τους γύρισαν να τον κοιτάξουν μη βγάζοντας ούτε λέξη. Η Ελπίδα τα έχασε. Όχι… δε μπορεί να είχε ακούσει τα όσα έλεγαν λίγο πριν. Τώρα ήρθε. Αποκλείεται να είχε προλάβει να ακούσει… Ας μην είχε ακούσει, προσευχόταν τώρα από μέσα της ενώ μετάνιωνε για εκείνο το «θεό» που είχε ξεστομίσει στην τελευταία της φράση.

-Λοιπόν; Δε θα μου πείτε; συνέχισε να τις ρωτά εκείνος χωρίς να μετακινηθεί από τη θέση του. Τα μάτια του στράφηκαν προς την Ελπίδα και καρφώθηκαν πάνω της. Εκείνη έμεινε ακίνητη να τον κοιτάζει χωρίς να του απαντήσει. Μόνο μια σκέψη περνούσε τώρα από το μυαλό της χωρίς να το θέλει.

Το βλέμμα του όντως σε πήγαινε στην κόλαση. Τι δίκιο που είχε η Σοφία…

3 Μαρτίου 2010

Το δίλημμα -8 (μια ιστορία σε συνέχειες)

'Αργησα λίγο αλλά τα κατάφερα. Ορίστε η συνέχεια...
Όταν ξύπνησε, ο Στέφανος δεν ήταν δίπλα της. Είχε σηκωθεί πολύ νωρίς για να πάει κι εκείνος στην εταιρεία του, τα γραφεία της οποίας βρίσκονταν πολύ έξω από την πόλη. Πάνω στο μαξιλάρι, της είχε αφήσει ένα σημείωμα. Το πήρε στα χέρια της και χαμογέλασε καθώς διάβασε το σύντομο μήνυμα του «Πέρασα πανέμορφα εχθές! Σ’αγαπώ!». Την έκανε να ξεχάσει για λίγο τον εκνευρισμό που τις είχαν προκαλέσει εκείνα τα όνειρα που είχε δει. Το άφησε στο τραπεζάκι και σηκώθηκε να ετοιμαστεί και εκείνη με τη σειρά της για το γραφείο. Ντύθηκε γρήγορα και πήρε το αυτοκίνητο για να φτάσει νωρίς.
Εκείνο το πρωινό ήταν πολύ ζεστό. Ο Ιούνιος έφτανε στο τέλος του. Από τις οχτώ το πρωί η ζέστη έμοιαζε να είναι αφόρητη. Τι θα γινόταν το μεσημέρι; σκέφτηκε η Ελπίδα καθώς οδηγούσε προς το κέντρο της Αθήνας. Έφτασε στο γραφείο νωρίτερα απ’όλους. Δεν ακουγόταν κανείς. Οι διάδρομοι ήταν άδειοι και μόλις πριν λίγο είχε τελειώσει και το συνεργείο καθαρισμού. Μπήκε στο γραφείο της, έφτιαξε έναν καφέ και κάθισε να ετοιμάσει το πρόγραμμα της ημέρας. Είχε να κάνει αρκετά πράγματα και σήμερα ενώ θα έπρεπε επίσης να περάσει από την τράπεζα για να κλείσει μια συμφωνία με τον διευθυντή της.
Σιγά σιγά κατέφθαναν και οι υπόλοιποι συνάδελφοι και λίγο νωρίτερα από τις εννέα όλοι βρίσκονταν στις θέσεις τους.
-Καλημέρα Ελπίδα, την χαιρέτησε η Σοφία καθώς μπήκε στο γραφείο, όλα καλά;
-Μια χαρά Σοφία μου, εσύ; Η Ελένη δεν ήρθε; Την ρώτησε εκείνη.
-Πίσω μου ερχόταν αλλά την σταμάτησε ο Φωτιάδης. Δεν ξέρω τι την ήθελε. Τους άφησα μόνους.
-Ο Δημήτρης; Έκανε η Ελπίδα γεμάτη περιέργεια. Τι μπορεί να ήθελε αυτός την Ελένη αναρωτήθηκε από μέσα της μα προσπάθησε να μη το δείξει.
-Ναι αυτός. Θα έρθει σε λίγο να μας πει τι της έλεγε…
Η Ελπίδα δεν απάντησε και συνέχισε τάχα να ασχολείται με τα χαρτιά που είχε αραδιάσει πάνω στο γραφείο της. Αποδείξεις, τιμολόγια, επιταγές, συμφωνητικά… όλα όσα θα έπαιρνε μαζί της στην τράπεζα. Πετάχτηκε κατευθείαν με το που μπήκε η Ελένη στο γραφείο μετά από λίγο.
-Ελπίδα μου καλημέρα. Ο διευθυντής σε θέλει στο γραφείο του. Εσένα και τον Φωτιάδη. Αυτός πηγαίνει ήδη. Ερχόταν να καλέσει κι εσένα αλλά αφού με είδε είπε να το πει σε μένα και να σε ενημερώσω για να μην καθυστερείτε. Πήγαινε γρήγορα! της είπε η Ελένη καθώς περνούσε να βολευτεί στη καρέκλα της.
-Καλά δεν μπορούσε να μας καλέσει τηλεφωνικά; Τι συνέβη; ρώτησε εκείνη προσπαθώντας να μαντέψει τι μπορεί να είχε συμβεί και ο διευθυντής ήθελε τους δυο τους στο γραφείο του. Πάω να δω, πρόσθεσε και βγήκε από το γραφείο.
Πέρασε στον διάδρομο και μπήκε στο ασανσέρ για να ανέβει στον τελευταίο όροφο όπου βρισκόταν το γραφείο του διευθυντή. Χτύπησε την πόρτα και πέρασε στη μεγάλη αίθουσα. Ο κύριος Καρράς καθόταν πίσω από το αυστηρό του γραφείο ενώ ο Δημήτρης σε μια πολυθρόνα μπροστά από αυτό.
-Καλημέρα σας κύριε Καρρά… κύριε Φωτιάδη, είπε χαιρετώντας τους δύο άντρες.
-Καλημέρα, της είπαν και οι δύο ταυτόχρονα.
-Καθίστε κυρία Στεργίου, της είπε ο διευθυντής δείχνοντας την πολυθρόνα που βρισκόταν δίπλα στον Δημήτρη.
Προσπάθησε να μην τον κοιτάξει καθόλου. Κάθισε στην πολυθρόνα και τα μάτια της στράφηκαν κατευθείαν προς το μέρος του κ. Καρρά περιμένοντας να ακούσει τι τους ήθελε. Ούτε ο Δημήτρης την κοίταξε. Φαινόταν περίεργος και αυτός να μάθει τι ήταν αυτό που ήθελε να τους πει και αφορούσε μόνο αυτούς τους δυο.
-Όπως γνωρίζετε, η φωνή του διευθυντή διέλυσε τις σκέψεις και των δυο, στο τέλος της επόμενης εβδομάδας θα πρέπει να ανέβω στη Θεσσαλονίκη για το εθνικό συνέδριο. Τυχαίνει όμως μια διεθνής σύσκεψη που γίνεται το ίδιο Σαββατοκύριακο να λαμβάνει χώρα στη Γερμανία και θα πρέπει οπωσδήποτε να την παρακολουθήσω. Θα πρέπει λοιπόν την επόμενη εβδομάδα να πάω στη Γερμανία. Κι έτσι θα ήθελα εσείς κα Στεργίου να με αντικαταστήσετε στη Θεσσαλονίκη. Ούτως ή άλλως το συνέδριο έχει να κάνει με τα οικονομικά. Θα ήθελα όμως να σας συνοδεύσει και ο κ. Φωτιάδης. Είναι νέος στην εταιρεία μας και θα ήθελα να συμμετάσχει στο συνέδριο προκειμένου να πάρει μια γεύση της πολιτικής όλων των εταιρειών που σχετίζονται με το δικό μας αντικείμενο. Νομίζω πως θα του κάνει πολύ καλό. Λοιπόν δεν έχετε αντίρρηση έτσι;
Ο Δημήτρης και η Ελπίδα γύρισαν να κοιτάξουν ο ένας τον άλλο αντιλαμβανόμενοι πως δε θα μπορούσαν να αρνηθούν την πρόταση που τους είχε κάνει ο κ. Καρράς.
-Βεβαίως κ. Καρρά, όπως θέλετε, απάντησε πρώτος ο Δημήτρης. Έχετε δίκιο. Νομίζω πως το συνέδριο θα με βοηθήσει πολύ να καταλάβω πως κινούνται τα πράγματα στην αγορά μιας και είμαι νέος στο χώρο. Άλλωστε νομίζω πως και η κα Στεργίου θα με βοηθήσει στο έπακρον να κατανοήσω τα όσα θα λεχθούν εκεί.
-Ναι κ. Καρρά, συνέχισε η Ελπίδα προσπαθώντας να κρύψει τη σύγχυση της, δε θα υπάρξει κανένα πρόβλημα. Θα ανέβουμε εμείς για το συνέδριο. Θα σας παρακαλούσα όμως να με ενημερώσετε για τυχόν θέματα που θα θέλατε να θίξουμε σαν εταιρεία. Έχω κάποια υπόψιν μου αλλά ίσως να θέλετε και εσείς να κάνετε κάποιες παρατηρήσεις.
-Θα σας καλέσω εντός της ημέρας κα Στεργίου για να σας ενημερώσω, της απάντησε ο διευθυντής. Μπορείτε να πηγαίνετε τώρα. Τις διαδικασίες του ταξιδιού θα τις κανονίσει η γραμματέας μου. Θα αναχωρήσετε την επόμενη Παρασκευή μετά τη δουλειά εντάξει; συνέχισε μην περιμένοντας απάντηση.
-Μάλιστα, απάντησαν οι δυο τους και κατευθύνθηκαν προς την έξοδο του γραφείου.
Μπήκαν μαζί στο ασανσέρ για να κατέβουν στα γραφεία τους χωρίς να πουν ούτε λέξη. Μόνο την ώρα που χωρίζονταν για να πάει ο καθένας στο δικό του ο Δημήτρης τράβηξε το χέρι της Ελπίδας και την έφερε κοντά του.
-Θα τα πούμε στη Θεσσαλονίκη λοιπόν… οι δυο μας, της ψιθύρισε στο αυτί και την απομάκρυνε γρήγορα μην περιμένοντας να δει την αντίδραση της.
Γύρισε την πλάτη του και κατευθύνθηκε προς το γραφείο του. Η Ελπίδα έμεινε να τον κοιτάζει καθώς χανόταν στο διάδρομο. Μέσα της έβραζε από θυμό. Δε μπορεί να της συνέβαινε αυτό. Δεν το ήθελε… Μόνη της με τον Δημήτρη μακριά από όλους. Όχι σίγουρα δεν το ήθελε. Τον φοβόταν. Φοβόταν τα όσα ήταν ικανός να κάνει αυτός ο άντρας. Φοβόταν την επίδραση που είχε πάνω της.
Ίσως κατά βάθος να φοβόταν και τον ίδιο της τον εαυτό.

4 Φεβρουαρίου 2010

Το δίλημμα -7 (μια ιστορία σε συνέχειες)

Ο ήχος από το κουδούνι γινόταν τώρα πιο έντονος. Προσπάθησε να συνειδητοποιήσει που βρισκόταν και σηκώθηκε γρήγορα από τον καναπέ. Μα τι την είχε πιάσει; Τι ήταν αυτά που έκανε; Απορούσε και η ίδια με τον εαυτό της. Ένιωθε τόσο άσχημα που είχε αφήσει το πάθος της να την παρασύρει και να την οδηγήσει σ’αυτή την τολμηρή πράξη. Τώρα ένιωθε σχεδόν τύψεις.

Ποτέ της δε χρειάστηκε, ούτε ένιωσε την ανάγκη να κάνει κάτι τέτοιο. Ήταν με τον Στέφανο, τον αγαπούσε και τον ήθελε. Περνούσαν καλά μαζί και ποτέ δεν είχε σκεφτεί κάποιον άλλον ερωτικά. Αυτός της τα έδινε όλα, την έκανε ευτυχισμένη. Σύντομα θα ένωναν για πάντα τις ζωές τους.

Κατευθύνθηκε προς την πόρτα και την άνοιξε. Ήταν εκείνος.

«Καλά δεν ακούς; Χτυπάω τόση ώρα.» της είπε μπαίνοντας και έσκυψε να τη φιλήσει.

« Συγνώμη Στέφανε αλλά με είχε πάρει ο ύπνος…» προσπάθησε να δικαιολογηθεί.

Πέρασαν και κάθισαν στον καναπέ. Η Ελπίδα έγειρε πάνω του και τον αγκάλιασε. Προσπάθησε να φέρει στο νου της όλους εκείνους τους λόγους για τους οποίους αγαπούσε αυτόν τον άντρα. Έπρεπε να βεβαιωθεί ότι τον αγαπάει. Πως γίνεται να αγαπάς κάποιον άνθρωπο και να σκέφτεσαι έναν άλλον; Έπρεπε να σιγουρευτεί.
Κοίταξε τα μάτια του και στάθηκε να τα χαζεύει για κάμποση ώρα.

«Στέφανε μ’αγαπάς;» τον ρώτησε ξαφνικά.

«Αμφιβάλλεις καλή μου; Και βέβαια σ’αγαπώ. Τι έπαθες ξαφνικά; Έχεις ανασφάλειες;» την ρώτησε εκείνος με τη σειρά του.

«Όχι απλώς ήθελα να το ακούσω. Να σου βάλω κάτι να πιείς; Λίγο κρασί; Θέλεις;»

«Δε θέλω τίποτα. Εκτός από ‘σένα. Εσένα θέλω μόνο.» της είπε και την ξάπλωσε στον καναπέ.
Άρχισε να την φιλάει απαλά στο λαιμό της και σιγά σιγά έφερε τα χείλη του στα δικά της. Η Ελπίδα ένιωσε την καυτή του ανάσα να αφήνεται πάνω της. Του ανταπέδωσε το φιλί με περισσότερο πάθος. Άφησε τη γλώσσα της να παίξει με τη δική του κι ύστερα προχώρησε στο δικό του λαιμό. Εκείνος της έβγαλε την πετσέτα και άρχισε να τη χαιδεύει σε όλο της το σώμα.

«Εσένα θέλω μόνο» της είπε ακόμα μια φορά λίγο πριν μπει μέσα της.

«Κι εγώ… Μόνο εσένα θέλω μωρό μου. Μόνο εσένα.» του απάντησε εκείνη συνεχίζοντας να επαναλαμβάνει τα ίδια λόγια από μέσα της χωρίς να ξέρει το γιατί. Επειδή το ένιωθε ή επειδή ήθελε να πείσει τον εαυτό της; Προσπάθησε να διώξει αυτή τη σκέψη από το μυαλό της και να αφεθεί στην ηδονή της στιγμής μα φάνηκε να δυσκολευόταν.

Ανέβηκε από πάνω του για να πάρει τον έλεγχο και άρχισε να λικνίζεται με δύναμη.

«Μόνο εσένα.» επανέλαβε συνεχίζοντας να ανεβοκατεβαίνει πάνω του. Τον σήκωσε με τα χέρια της και τον κόλλησε πάνω της. Έφερε το πρόσωπο του ανάμεσα στα στήθη της και εκείνος άρχισε να την γλέιφει με λαιμαργία.

Έκαναν έρωτα μέχρι τα ξημερώματα και όταν ηρέμησαν αγκαλιάστηκαν και αποκοιμήθηκαν στον στενό καναπέ.
Η Ελπίδα έχοντας στην αγκαλιά της τον Στέφανο έβλεπε στον ύπνο της εφιάλτες εκείνο το βράδυ...

Έβλεπε τον Δημήτρη…

2 Φεβρουαρίου 2010

Το δίλημμα -6 (μια ιστορία σε συνέχειες)

Έφτασε στο σπίτι της αργά το απόγευμα χωρίς να έχει όρεξη. Έκανε ένα μπάνιο να χαλαρώσει και έπειτα ξάπλωσε στον αναπαυτικό της καναπέ τυλιγμένη στην πετσέτα της. Έκλεισε τα μάτια της και έφερε στο μυαλό της τα μαύρα μάτια του Δημήτρη. Τώρα δεν ήθελε να τον διώξει… Τον ήθελε εκεί μαζί της, δίπλα της. Ήθελε να νιώσει εκείνο το σκοτεινό βλέμμα του να καρφώνει το δικό της.
Άφησε ελεύθερα τα βρεγμένα μαλλιά της να στάζουν πάνω στη γυμνή πλάτη της ενώ βυθίστηκε πιο καλά στο καναπέ. Σήκωσε το χέρι της και έφερε τα δάχτυλα της στο στόμα της. Άρχισε να χαιδεύει τα χείλη της ενώ ένα από αυτά το έβαλε στο στόμα της δαγκώνοντας το και γλέιφοντας το με την υγρή της γλώσσα.

«Έχεις το πιο απίστευτο σώμα που έχω δει ποτέ μου…»
«Ειδικά εχθές, δεν μπορούσα να πάρω τα μάτια μου από πάνω σου!»
Έφερε στο νου της τα λόγια και ένιωσε να ερεθίζεται, να καίγεται.

Άφησε την πετσέτα να γλιστρήσει στο πλάι του καναπέ και έμεινε ολόγυμνη. Τώρα ταξίδεψε τα δυο της χέρια πιο χαμηλά. Χάιδεψε το στήθος της και ένιωσε τις ρώγες τις να σηκώνονται, να σκληραίνουν. Το απολάμβανε αυτό το ταξίδι. Την γέμιζε ηδονή και ευχαρίστηση.

Σκεφτόταν εκείνον, τα μάτια του, το βλέμμα του, τον τρόπο που την κοιτούσε και εκείνο το τελευταίο χαμόγελο που είδε να σχηματίζεται στα χείλη του λίγο πριν εκείνη σκύψει το κεφάλι της. Γιατί; Γιατί τον είχε αφήσει να φύγει χωρίς να του πει τίποτα; Πόσο το μετάνιωνε τώρα.

Αλλά και πάλι τι θα έκανε;
Άφησε τη σκέψη της ελεύθερη να γυρίσει πίσω στο γραφείο την ώρα που εκείνος είχε σταθεί να την κοιτάζει.

Τώρα σηκωνόταν από τη θέση της και τον πλησιάζε. Στεκόταν μπροστά του κοιτάζοντας βαθιά στα σκούρα του μάτια χωρίς να δειλιάζει. Τον πιάνει απ’το χέρι και τον βάζει μέσα στο δωμάτιο κλειδώνοντας την πόρτα.

Φέρνει ξανά το δάχτυλό της στο στόμα και τώρα το γλέιφει πιο έντονα, πιο προκλητικά.

Χαιδεύει τα μαλλιά του και έπειτα σκύβει στο αυτί του και του ψιθυρίζει:
«Σε θέλω»
Εκείνος την αρπάζει από την μέση και την κολλάει πάνω του κάνοντας την να τον νιώσει.


Τα χέρια της οδηγούνται ακόμα πιο χαμηλά και αρχίζει να χαιδεύεται γεμάτη ηδονή.

«Κι εγώ σε θέλω. Σε θέλω δικιά μου. Τώρα.»
Την ακουμπάει στον τοίχο και αρχίζει να την φιλάει με πάθος. Το φιλί του γίνεται βίαιο, ορμητικό, γεμάτο θέληση. Εκέινη του παραδίνεται. Αφήνεται πάνω του ανίκανη να του αντισταθεί. Τον θέλει τρελά…


Είναι τόσο υγρή. Συνεχίζει να χαιδεύεται εκεί χαμηλά με τη σκέψη της κολλημένη σε εκείνον. Δεν τη νοιάζει τίποτα και κανένας. Αυτή η στιγμή είναι δικιά της. Μόνο δικιά της και κανένας δεν μπορεί να της την κλέψει.
Θέλει να το νιώσει απόλυτα κι ας είναι απλώς μια φαντασίωση, ένα όνειρο…

Μέσα στη ζάλη της ακούει κάποιον να χτυπάει την πόρτα…

31 Ιανουαρίου 2010

Το δίλημμα -5 (μια ιστορία σε συνέχειες)

Ανέβηκε γρήγορα στο γραφείο της. Η Σοφία και η Ελένη δεν είχαν γυρίσει ακόμα. Αφού έβγαλε το κινητό της από την τσάντα, σχημάτισε τον αριθμό του Στέφανου ενώ ταυτόχρονα κατευθύνθηκε προς το παράθυρο για να κοιτάξει την ελάχιστη θέα που μπορούσε να έχει κανείς από το παράθυρο ενός κτιρίου στο κέντρο της πόλης. Αυτοκίνητα διέσχιζαν βιαστικά το δρόμο, ενώ κόσμος μπαινόβγαινε στα γύρω μαγαζιά. Πάντα αναρωτιόταν πως μπορεί να ψωνίζει ο κόσμος μες το μεσημέρι και με τόση ζέστη. Η ίδια προτιμούσε να κάνει τις αγορές τις, τις απογευματινές ώρες και μάλιστα όχι σε τόσο κεντρικά σημεία. Απέναντι της, έβγαινε την ώρα εκείνη από το εστιατόριο ο Δημήτρης. Τα μαύρα του μάτια, κρύβονταν τώρα πίσω από ένα ζευγάρι γυαλιά ενώ τα μαλλιά του φαίνονταν κατάξανθα καθώς έπεφτε πάνω τους ο ήλιος . Τις σκέψεις τις διέκοψε η φωνή του Στέφανου στην άλλη άκρη του τηλεφώνου. Είχε ξεχάσει πως τον είχε καλέσει και ακούγοντας τον αποτραβήχτηκε απότομα από το παράθυρο.
«Αγάπη μου;» άκουσε τη φωνή του.
«Στέφανε; Τι κάνεις; Συγνώμη που δε σου μίλησα νωρίτερα αλλά είχα μια σοβαρή συζήτηση με έναν συνεργάτη»
«Δεν πειράζει μωρό μου! Σε πήρα μήπως ήθελες το βράδυ να βγούμε έξω για φαγητό. Τι λες;» τη ρώτησε εκείνος.
«Ξέρεις δεν είμαι και πολύ καλά απόψε! Θέλεις καλύτερα να το κανονίσουμε για αύριο; Νιώθω ήδη πολύ κουρασμένη και θα προτιμούσα να κάτσω σπίτι να ξεκουραστώ. Αν θες έλα κι εσύ να μου κάνεις παρέα.»
«Πολύ καλά! Θα έρθω εγώ το βράδυ να δω πως θα είσαι κιόλας! Ελπίζω να βρεις την όρεξή σου γιατί μου λείπεις πολύ! Σ’έχω επιθυμήσει…» της απάντησε πονηρά.
«Θα δούμε…» του είπε χωρίς να ανταποκριθεί στο πείραγμα του.
«Γειά σου μωρό μου.»
«Γειά σου Στέφανε.»
Έκλεισε το τηλέφωνο και το ακούμπησε στο γραφείο της.
Την ώρα εκείνη έβλεπε τον Δημήτρη να περνάει από το διάδρομο και να κατευθύνεται προς το γραφείο του. Γύρισε να την κοιτάξει και έμεινε κάμποσο χωρίς να πει τίποτα. Ένα ελαφρύ χαμόγελο σχηματίστηκε στο πρόσωπό του μα γρήγορα χάθηκε. Εκείνη απλώς του ανταπέδωσε το βλέμμα της χωρίς να πει κουβέντα και έπειτα έσκυψε το κεφάλι. Όταν το σήκωσε εκείνος είχε ήδη χαθεί.
Μα τι είχε πάθει; Τι της συνέβαινε; Δεν μπορούσε να βγάλει από το μυαλό της αυτόν τον άντρα που μόλις σήμερα είχε γνωρίσει. Τον σκεφτόταν συνεχώς από το πρωί. Και δεν της άρεσε καθόλου αυτό. Της ήταν τόσο άγνωστο αυτό το συναίσθημα. Το θεωρούσε τόσο απρεπές.
Αυτός ο άντρας ήταν τόσο γοητευτικός και τόσο μυστήριος που την προκαλούσε. Κι εκείνη ένιωθε ανίκανη να αντιδράσει. Το ήθελε τόσο μα δεν μπορούσε…
Πόσο θα ήθελε να ξεφύγει απ’αυτό…
Ακόμα όμως δεν ήξερε πως αυτό θα ήταν τόσο δύσκολο!