Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

16 Σεπτεμβρίου 2011

Πώς να μην έρθει ο θάνατος λοιπόν;



ΟΙ ΦΥΛΑΚΕΣ

Ψυχή φυλακισμένη στο κορμί
Κορμί φυλακισμένο στη ζωή
Ζωή φυλακισμένη μεσ’το Χρόνο
Πνεύμα π’απ’όποια φυλακή κι αν βγει
σε φυλακή πάλι θα πέσει
Κι είναι μονάχα το κορμί π’αγάπησε τη φυλακή του
Πώς να μην έρθει ο θάνατος λοιπόν;

Αλέξανδρος Παναγούλης "Τα Ποιήματα"

19 Ιουλίου 2011

Τα πλοία - Κ.Π. Καβάφης





Aπό την Φαντασίαν έως εις το Xαρτί. Eίναι δύσκολον πέρασμα, είναι επικίνδυνος θάλασσα. H απόστασις φαίνεται μικρά κατά πρώτην όψιν, και εν τοσούτω πόσον μακρόν ταξίδι είναι, και πόσον επιζήμιον ενίοτε δια τα πλοία τα οποία το επιχειρούν.
      H πρώτη ζημία προέρχεται εκ της λίαν ευθραύστου φύσεως των εμπορευμάτων τα οποία μεταφέρουν τα πλοία. Eις τας αγοράς της Φαντασίας, τα πλείστα και τα καλύτερα πράγματα είναι κατασκευασμένα από λεπτάς υάλους και κεράμους διαφανείς, και με όλην την προσοχήν του κόσμου πολλά σπάνουν εις τον δρόμον, και πολλά σπάνουν όταν τα αποβιβάζουν εις την ξηράν. Πάσα δε τοιαύτη ζημία είναι ανεπανόρθωτος, διότι είναι έξω λόγου να γυρίση οπίσω το πλοίον και να παραλάβη πράγματα ομοιόμορφα. Δεν υπάρχει πιθανότης να ευρεθή το ίδιον κατάστημα το οποίον τα επώλει. Aι αγοραί της Φαντασίας έχουν καταστήματα μεγάλα και πολυτελή, αλλ' όχι μακροχρονίου διαρκείας. Aι συναλλαγαί των είναι βραχείαι, εκποιούν τα εμπορεύματά των ταχέως, και διαλύουν αμέσως. Eίναι πολύ σπάνιον εν πλοίον επανερχόμενον να εύρη τους αυτούς εξαγωγείς με τα αυτά είδη.
      Mία άλλη ζημία προέρχεται εκ της χωρητικότητος των πλοίων. Aναχωρούν από τους λιμένας των ευμαρών ηπείρων καταφορτωμένα, και έπειτα όταν ευρεθούν εις την ανοικτήν θάλασσαν αναγκάζονται να ρίψουν εν μέρος εκ του φορτίου δια να σώσουν το όλον. Oύτως ώστε ουδέν σχεδόν πλοίον κατορθώνει να φέρη ακεραίους τους θησαυρούς όσους παρέλαβε. Tα απορριπτόμενα είναι βεβαίως τα ολιγοτέρας αξίας είδη, αλλά κάποτε συμβαίνει οι ναύται, εν τη μεγάλη των βία, να κάμνουν λάθη και να ρίπτουν εις την θάλασσαν πολύτιμα αντικείμενα.
      Άμα δε τη αφίξει εις τον λευκόν χάρτινον λιμένα απαιτούνται νέαι θυσίαι πάλιν. Έρχονται οι αξιωματούχοι του τελωνείου και εξετάζουν εν είδος και σκέπτονται εάν πρέπη να επιτρέψουν την εκφόρτωσιν· αρνούνται να αφήσουν εν άλλο είδος να αποβιβασθή· και εκ τινων πραγματειών μόνον μικράν ποσότητα παραδέχονται. Έχει ο τόπος τους νόμους του. Όλα τα εμπορεύματα δεν έχουν ελευθέραν είσοδον και αυστηρώς απαγορεύεται το λαθρεμπόριον. H εισαγωγή των οίνων εμποδίζεται, διότι αι ήπειροι από τας οποίας έρχονται τα πλοία κάμνουν οίνους και οινοπνεύματα από σταφύλια τα οποία αναπτύσσει και ωριμάζει γενναιοτέρα θερμοκρασία. Δεν τα θέλουν διόλου αυτά τα ποτά οι αξιωματούχοι του τελωνείου. Eίναι πάρα πολύ μεθυστικά. Δεν είναι κατάλληλα δι’ όλας τα κεφαλάς. Eξ άλλου υπάρχει μία εταιρεία εις τον τόπον, η οποία έχει το μονοπώλιον των οίνων. Kατασκευάζει υγρά έχοντα το χρώμα του κρασιού και την γεύσιν του νερού, και ημπορείς να πίνης όλην την ημέραν από αυτά χωρίς να ζαλισθής διόλου. Eίναι εταιρεία παλαιά. Xαίρει μεγάλην υπόληψιν, και αι μετοχαί της είναι πάντοτε υπερτιμημέναι.
      Aλλά πάλιν ας είμεθα ευχαριστημένοι όταν τα πλοία εμβαίνουν εις τον λιμένα, ας είναι και με όλας αυτάς τας θυσίας. Διότι τέλος πάντων με αγρυπνίαν και πολλήν φροντίδα περιορίζεται ο αριθμός των θραυομένων ή ριπτομένων σκευών κατά την διάρκειαν του ταξιδίου. Eπίσης οι νόμοι του τόπου και οι τελωνειακοί κανονισμοί είναι μεν τυραννικοί κατά πολλά αλλ' όχι και όλως αποτρεπτικοί, και μέγα μέρος του φορτίου αποβιβάζεται. Oι δε αξιωματούχοι του τελωνείου δεν είναι αλάνθαστοι, και διάφορα από τα εμποδισμένα είδη περνούν εντός απατηλών κιβωτίων που γράφουν άλλο από επάνω και περιέχουν άλλο, και εισάγονται μερικοί καλοί οίνοι δια τα εκλεκτά συμπόσια.
      Θλιβερόν, θλιβερόν είναι άλλο πράγμα. Eίναι όταν περνούν κάτι πελώρια πλοία, με κοράλλινα κοσμήματα και ιστούς εξ εβένου, με αναπεπταμένας μεγάλας σημαίας λευκάς και ερυθράς, γεμάτα με θησαυρούς, τα οποία ούτε πλησιάζουν καν εις τον λιμένα είτε διότι όλα τα είδη τα οποία φέρουν είναι απηγορευμένα, είτε διότι δεν έχει ο λιμήν αρκετόν βάθος δια να τα δεχθή. Kαι εξακολουθούν τον δρόμον των. Oύριος άνεμος πνέει επί των μεταξωτών των ιστίων, ο ήλιος υαλίζει την δόξαν της χρυσής των πρώρας, και απομακρύνονται ηρέμως και μεγαλοπρεπώς, απομακρύνονται δια παντός από ημάς και από τον στενόχωρον λιμένα μας.
      Eυτυχώς είναι πολύ σπάνια αυτά τα πλοία. Mόλις δύο, τρία βλέπομεν καθ' όλον μας τον βίον. Tα λησμονώμεν δε ογρήγορα. Όσω λαμπρά ήτο η οπτασία, τόσω ταχεία είναι η λήθη της. Kαι αφού περάσουν μερικά έτη, εάν καμίαν ημέραν - ενώ καθήμεθα αδρανώς βλέποντες το φως ή ακούοντες την σιωπήν - τυχαίως επανέλθουν εις την νοεράν μας ακοήν στροφαί τινες ενθουσιώδεις, δεν τας αναγνωρίζομεν κατ' αρχάς και τυραννώμεν την μνήμην μας δια να ενθυμηθώμεν πού ηκούσαμεν αυτάς πριν. Mετά πολλού κόπου εξυπνάται η παλαιά ανάμνησις και ενθυμώμεθα ότι αι στροφαί αύται είναι από το άσμα το οποίον έψαλλον οι ναύται, ωραίοι ως ήρωες της Iλιάδος, όταν επερνούσαν τα μεγάλα, τα θεσπέσια πλοία και επροχώρουν πηγαίνοντα - τις ηξεύρει πού.



(από τα Kρυμμένα Ποιήματα 1877; - 1923, Ίκαρος 1993) 

11 Μαΐου 2011

Ο γιος μου είναι στρατιώτης (My boy Jack)

Προχθές είχα την τύχη να δω την ταινία "Ο γιος μου είναι στρατιώτης" και πραγματικά με συγκίνησε πολύ.
Υπόθεση :
Το 1914, ο συγγραφέας Rudyard Kipling, ο πιο ένθερμος υποστηρικτής της Βρετανικής Αυτοκρατορίας, είναι στο απόγειο της καριέρας του. Ο γιος του Kipling, Τζακ, είναι αποφασισμένος να παίξει ενεργό ρόλο στον πόλεμο ενάντια στη Γερμανία, όμως απορρίπτεται από το στράτευμα λόγω της εξαιρετικά μειωμένης όρασής του.Όταν ο πατέρας του χρησιμοποιεί την επιρροή του για να γίνει δεκτός σε μια αποστολή, η γυναίκα του Kipling, Καρολίν, αδυνατεί να βρει οποιαδήποτε λογική σε αυτό τα εγχείρημα. Όταν ο Τζακ φεύγει για τον πόλεμο, ο Kipling παρηγορεί τον εαυτό του λέγοντας πως τουλάχιστον αν είναι να σκοτωθεί ο γιος του, θα σκοτωθεί για τη δόξα της πατρίδας...
Το τρέιλερ :

Μα περισσότερο απ'όλα με συγκίνησε το ποίημα του ποιητή για τον γιο του!
Το παραθέτω μεταφρασμένο μαζί με τη σκηνή από την ταινία.


"Έχεις νέα από τον μικρό μου Τζακ;"
Όχι με τούτη την παλίρροια.
"Πότε θα γυρίσει λες;"
Όχι με αυτόν τον άνεμο και τούτη την παλίρροια.

"Κανένας άλλος έχει νέα του;"
 Όχι με τούτη την παλίρροια.
Γιατί ό,τι βυθίστηκε να κολυμπήσει δε μπορεί,
Όχι με αυτόν τον άνεμο και τούτη την παλίρροια.

"Θεέ μου, ποιά να βρω πλέον παρηγοριά;"
Καμιά με τούτη την παλίρροια,
ούτε με κάποια άλλη.
Αλλά δεν ντρόπιασε το είδος του --
Ούτε με αυτόν τον άνεμο και τούτη την παλίρροια

Γι'αυτό κράτα το κεφάλι πιο ψηλά
με τούτη και κάθε άλλη παλίρροια
Γιατί ήταν ο γιος που εσύ γέννησες
και που τον χάρισες στου ανέμου την πνοή και την παλίρροια!

 

Ορίστε και το πρωτότυπο :


“Have you news of my boy Jack?”
Not this tide.
“When d’you think that he’ll come back?”
Not with this wind blowing, and this tide.


“Has any one else had word of him?”
Not this tide.
For what is sunk will hardly swim,
Not with this wind blowing, and this tide.


“Oh, dear, what comfort can I find?”
None this tide,
Nor any tide,
Except he did not shame his kind —
Not even with that wind blowing, and that tide.


Then hold your head up all the more,
This tide,
And every tide;
Because he was the son you born,
And gave to that wind blowing and that tide!




24 Αυγούστου 2010

Έχει πανσέληνο απόψε κι είναι ωραία...


Πανσέληνος απόψε
Ανατολή του φεγγαριού
Στο σώμα σου
Που απλώνει το στιλπνό του φως
Εκεί, που η ανάσα σου
Κύμα ξεχύνεται και λάβα ατέρμονη
Εκεί, στη φλογερή σπηλιά σου
Με τους κρυφούς ιριδισμούς
Και με τους σταλακτίτες
Με την τρεχούμενη πηγή
Που αναβλύζει μύρο
Και πάθος απροσμέτρητον,
Εκεί, που αδημονεί ο χτύπος
Κι ο σφυγμός του δειλινού
Και ανταμώνει βότσαλα και χάδια
Λάμψεις κι αχούς διάφανους
Ερωτικά μυρωδικά και άνθη
Που τα νοτίζεις
Με τα αραχναία χείλη σου
Με την δαντελωτή σου γλώσσα
Κι αναριγάς στη φλόγα
Του γεμάτου φεγγαριού
Κι ολάκερη ευφραίνεσαι

(του Τάκη Τσαντήλα) 


27 Μαΐου 2010

Οι Λιτανείες του Σατανά - Σαρλ Μπωντλαίρ


Απλώς αγαπημένο....






Les Litanies de Satan



Ô toi, le plus savant et le plus beau des Anges,


Dieu trahi par le sort et privé de louanges,


Ô Satan, prends pitié de ma longue misère!


Ô Prince de l'exil, à qui l'on a fait tort


Et qui, vaincu, toujours te redresses plus fort,


Ô Satan, prends pitié de ma longue misère!


Toi qui sais tout, grand roi des choses souterraines,


Guérisseur familier des angoisses humaines,


Ô Satan, prends pitié de ma longue misère!


Toi qui, même aux lépreux, aux parias maudits,


Enseignes par l'amour le goût du Paradis,


Ô Satan, prends pitié de ma longue misère!


Ô toi qui de la Mort, ta vieille et forte amante,


Engendras l'Espérance, — une folle charmante!


Ô Satan, prends pitié de ma longue misère!


Toi qui fais au proscrit ce regard calme et haut


Qui damne tout un peuple autour d'un échafaud.


Ô Satan, prends pitié de ma longue misère!


Toi qui sais en quels coins des terres envieuses


Le Dieu jaloux cacha les pierres précieuses,


Ô Satan, prends pitié de ma longue misère!


Toi dont l'oeil clair connaît les profonds arsenaux


Où dort enseveli le peuple des métaux,


Ô Satan, prends pitié de ma longue misère!


Toi dont la large main cache les précipices


Au somnambule errant au bord des édifices,


Ô Satan, prends pitié de ma longue misère!


Toi qui, magiquement, assouplis les vieux os


De l'ivrogne attardé foulé par les chevaux,


Ô Satan, prends pitié de ma longue misère!


Toi qui, pour consoler l'homme frêle qui souffre,


Nous appris à mêler le salpêtre et le soufre,


Ô Satan, prends pitié de ma longue misère!


Toi qui poses ta marque, ô complice subtil,


Sur le front du Crésus impitoyable et vil,


Ô Satan, prends pitié de ma longue misère!


Toi qui mets dans les yeux et dans le coeur des filles


Le culte de la plaie et l'amour des guenilles,


Ô Satan, prends pitié de ma longue misère!


Bâton des exilés, lampe des inventeurs,


Confesseur des pendus et des conspirateurs,


Ô Satan, prends pitié de ma longue misère!


Père adoptif de ceux qu'en sa noire colère


Du paradis terrestre a chassés Dieu le Père,


Ô Satan, prends pitié de ma longue misère!






Οι Λιτανείες του Σατανά


Ω Συ, ο πιο όμορφος κι ο πιο σοφός απ'τους Αγγέλους,



Θεέ που η μοίρα σε πρόδωσε και δε σου ψέλνουν ύμνους,


ω Σατανά, τη μαύρη μου κακομοιριά λυπήσου!


Της εξορίας, ω Πρίγκιπα, που σ'αδικήσαν κι όμως,


και νικημένος πιο ισχυρός ορθώνεσαι, Συ, αιώνια,


ω Σατανά, τη μαύρη μου κακομοιριά λυπήσου!


Συ, που όλα τα γρικάς, τρανέ ρήγα του κάτω κόσμου


και γιατρευτή πονετικέ κάθε αγωνίας του ανθρώπου,


ω Σατανά, τη μαύρη μου κακομοιριά λυπήσου!


Συ, που και στους πανάθλιους και στους λεπρούς ακόμα


μαθαίνεις με τον έρωτα το τι ο Παράδεισος είναι,


ω Σατανά, τη μαύρη μου κακομοιριά λυπήσου!


Ω Συ, που από το Θάνατο - παλιά, τρανή σου αγάπη -


γέννησες την Ελπίδα - μια τρελή χαριτωμένη,


ω Σατανά, τη μαύρη μου κακομοιριά λυπήσου!


Συ, που ησυχάζεις τη ματιά του κάθε προγραμμένου,


που ολόκληρο ντροπιάζει λαό γύρω απ'την καρμανιόλα,


ω Σατανά, τη μαύρη μου κακομοιριά λυπήσου!


Εσύ, που ξέρεις πού, βαθιά στη γη, στα έγκατά της,


έκρυψε ο Θεός ζηλόφθονα τ'ατίμητα πετράδια,


ω Σατανά, τη μαύρη μου κακομοιριά λυπήσου!


Συ, που'χεις μάτι που τρυπά τα τρίσβαθα εργαστήρια,


που μέσα τους τα μέταλλα κοιμούνται αποκρυμμένα.


ω Σατανά, τη μαύρη μου κακομοιριά λυπήσου!


Συ, που το χέρι σου, πλατύ, βάραθρα κλει και σώζει


τον υπνοβάτη που βαδίζει στων σκεπών το χείλος,


ω Σατανά, τη μαύρη μου κακομοιριά λυπήσου!


Συ, που σαν μάγος τα σκληρά τα κόκκαλα απαλύνεις


του μέθυσου που νύχτωσε κι άλογα τον πατήσαν,


ω Σατανά, τη μαύρη μου κακομοιριά λυπήσου!


Συ, που τον πόνο του άρρωστου για να τόνε γλυκάνεις,


μας έμαθες να σμίγουμε το νίτρο με το θειάφι,


ω Σατανά, τη μαύρη μου κακομοιριά λυπήσου!


Συ, που τη βούλα σου, ω κρυφέ συνένοχε, την βάζεις


στο μέτωπο του ανήλεου και τιποτένιου κροίσου,


ω Σατανά, τη μαύρη μου κακομοιριά λυπήσου!


Συ, που τα μάτια, την καρδιά των κοριτσιώνε κάνεις,


τους πονεμένους ν'αγαπούν και τους κουρελιασμένους,


ω Σατανά, τη μαύρη μου κακομοιριά λυπήσου!Ω Συ, ραβδί του εξόριστου και λάμπα του εφευρέτη,


του κρεμασμένου και του συνωμότη ξομολόγε,


ω Σατανά, τη μαύρη μου κακομοιριά λυπήσου!


Θετέ πατέρα, Εσύ, εκείνων, που μες στη μαύρη οργή του


τους έδιωξε από την Εδέμ της γης ο Θεός Πατέρας,


ω Σατανά, τη μαύρη μου κακομοιριά λυπήσου!








5 Μαρτίου 2010

Ο ήλιος του απογεύματος

Κι ενώ βγήκα στο μπαλκόνι μου αργά το απόγευμα την ώρα που ο ήλιος έγερνε πίσω από το βουνό... αντίκρισα έναν θεικό ουρανό. Έτρεξα να πιάσω τη φωτογραφική μηχανή για να αποθανατήσω το θαύμα !
Και ιδού!
Σας παραδίδω τις φωτογραφίες που έβγαλα από τη βεράντα μου.
Μαζί είπα να παραθέσω το ποιήμα " Ο ήλιος του απογεύματος " του Καβάφη (Τα Ποιήματα - 1919)
Ο ήλιος του απογεύματος




Την κάμαρην αυτή, πόσο καλά την ξέρω.


Τώρα νοικιάζονται κι αυτή κ' η πλαγινή


για εμπορικά γραφεία. Όλο το σπίτι έγινε


γραφεία μεσιτών, κ' εμπόρων, κ' Εταιρείες.


Ά η κάμαρη αυτή, τι γνώριμη που είναι.








Κοντά στην πόρτα εδώ ήταν ο καναπές,

κ' εμπρός του ένα τούρκικο χαλί·

σιμά το ράφι με δυο βάζα κίτρινα.

Δεξιά· όχι, αντικρύ, ένα ντολάπι με καθρέφτη.

Στη μέση το τραπέζι όπου έγραφε·

κ' οι τρεις μεγάλες ψάθινες καρέγλες.

Πλάϊ στο παράθυρο ήταν το κρεββάτι

που αγαπηθήκαμε τόσες φορές.







Θα βρίσκονται ακόμη τα καϋμένα πουθενά.

Πλάϊ στο παράθυρο ήταν το κρεββάτι·

ο ήλιος του απογεύματος τώφθανε ως τα μισά.





... Απόγευμα η ώρα τέσσερες, είχαμε χωρισθεί

για μια εβδομάδα μόνο... Αλλοίμονον,

η εβδομάς εκείνη έγινε παντοτινή.










26 Φεβρουαρίου 2010

Ηχώ και Νάρκισσος

- Ποια είσαι εσύ που γελάς και κλαις μέσα στα φύλλα?
- Αχ μείνε!
- Αν σ' αρέσει η φωνή μου..
- ...........
-Χα χα χα..μιλάω..
- Χα χα χα...γελάω..
- Μα ποια είσαι?
- Ποιος είσαι?
- Με λένε Νάρκισσο. Νάρκισσο Μοναχό
- Κι εμένα Ηχώ..
- Είσ' όμορφη?
- Όμορφη..
- Ήθελα να δω τα μάτια σου
- Αχ τα μάτια σου..
- Τα χείλια σου
- Αχ τα χείλια σου..
- Πως το πες τ' όνομά σου?
- Τ' όνομά σου..
- Είπα Νάρκισσος
- Α, Νάρκισσος..
- Δεν είναι και τόσο όμορφο όνομα..
- Αχ, όμορφο όνομα..
- Λίγο φτωχό
- Εμένα Ηχώ..
- Θέλω να σε ρωτήσω Ηχώ
αν περνάει η στράτα εδώθε..
- Εδώθε..
- και που θα φτάσω αν την πάρω απ' εδώ να?
- Πουθενά..
- Πουθενά?
- Πουθενά
- Παράξενο. Τρεις μέρες περπατάω
και τώρα εσύ μου λες
πως σταματάει η στράτα
και πως άλλο δεν μπορώ να πάω?
- Εγώ σ' αγαπάω..
Είπες μ' αγαπάς?
- Μ' αγαπάς?
- Δεν είπα τέτοιο πράγμα εγώ
- Το πα εγώ!..
- Και που με ξέρεις? Εγώ δε σε ξέρω..
- Εγώ σε ξέρω!
- Εγώ σε ξέρω μοναχά απ' τη φωνή σου
- Άκουσα στα λαγκάδια τη φωνή σου..
- Χθες το βράδυ τραγούδισα μακρυά στις φτέρες
- Σ' άκουσα στις φτέρες..
- Είμαι πολύ λυπημένος..
- Λυπημένος?..
- Θέλω να βρω κάτι που να τ' αγαπάω..
- Εγώ το βρήκα..σ' αγαπάω..
- Κανείς δεν νοιώθει μέσα μου τι νοιώθω
- Εγώ σε νοιώθω..
- Ό,τι αγάπησα ως τώρα, το παράτησα. Το πιστεύεις?
Κράτησε τόσο λίγο. Τόσο λίγο!
- Τόσο λίγο..
- Έχω ένα μικρό δαίμονα μέσα μου
που τα γκρεμίζει όλα, σε μια στιγμή.
Ό,τι αγαπάω φτερουγίζει και φεύγει.
Ότι αγγίζω χάνεται. Γι αυτό τραγουδάω τη νύχτα...
- Σ' άκουσα τη νύχτα..
- ...θλιμμένα..
- Αχ να τραγούδαγες για μένα..
- Γι αυτό περπατάω τη μέρα,
μέχρι να λυθούν τα γόνατά μου
και να πέσω καταγής.
- Αχ να σ' αγκάλιαζα στη Γης..
- Η πρώτη μου αγάπη ήταν ένα πουλί.
Μα σαν έμαθα το τραγούδι του το βαρέθηκα.
Ύστερα αγάπησα μιαν όμορφη
που η ομορφιά της μάραινε τα λουλούδια.
Μα σαν έγινε δικιά μου τη βαρέθηκα.
Έπειτα αγάπησα τα όμορφα λόγια,
τα νυχτιάτικα τραγούδια και τις κρυφές σκέψεις.
Μα κι εκείνα γρήγορα τα βαρέθηκα.
Πέρασα πάνω απ' όλα,
καλπάζοντας σαν να μουνα καβάλα,
πάνω σ' ένα μανιασμένο άσπρο άλογο
που όλο έτρεχε και πουθενά δε στεκόταν,
να πάρω λίγη ανάσα και να βρω λίγη χαρά!
- Δεν υπάρχει χαρά..
- Αλλοίμονο αν δεν υπάρχει χαρά για μένα..
- Ούτε για μένα..
- Γιατί όταν γελάω γελάς και όταν κλαίω κλαις?
- Πονάω όταν κλαις..
- Παράξενα εσύ συμπονάς τον ξένο πόνο..
- Πες μου τι χρώμα έχουν τα μάτια σου και τα μαλλιά σου?
- Σαν τα δικά σου..
- Κι η φωνή σου?
- Σαν τη δική σου..
- Εγώ δεν έχω ταίρι στον κόσμο να μου μοιάζει..
Με λένε Νάρκισσο. Νάρκισσο Μοναχό.
- Κι εμένα Ηχώ..
Αγαπημένο μου απόσπασμα. Μπορείτε να το ακούσετε από τους Ε.Λαμπέτη και Δ.Χόρν

22 Φεβρουαρίου 2010

Τι νέοι που φτάσαμεν εδώ...


Τι νέοι που φτάσαμεν εδώ, στο έρμο νησί, στο χείλος
του κόσμου, δώθε απ' τ' όνειρο και κείθε απ' τη γη!
Όταν απομακρύνθηκεν ο τελευταίος μας φίλος,
ήρθαμε αγάλι σέρνοντας την αιώνια πληγή.
Με μάτι βλέπουμε αδειανό, με βήμα τσακισμένο
τον ίδιο δρόμο παίρνουμε καθένας μοναχός,
νοιώθουμε τ' άρρωστο κορμί, που εβάρυνε, σαν ξένο,
υπόκωφος από μακριά η φωνή μας φτάνει αχός.
Η ζωή διαβαίνει, πέρα στον ορίζοντα σειρήνα,
μα θάνατο, καθημερνό θάνατο, με χολή
μόνο, για μας η ζωή θα φέρει, όσο αν γελά η αχτίνα
του ήλιου και οι αύρες πνέουνε. Κι είμαστε νέοι, πολύ
νέοι, και μας άφησεν εδώ, μια νύχτα, σ' ένα βράχο,
το πλοίο που τώρα χάνεται στου απείρου την καρδιά,
χάνεται και ρωτιόμαστε τι να 'χουμε, τι να 'χω,
που σβήνουμε όλοι, φεύγουμ' έτσι νέοι, σχεδόν παιδιά!





Κώστας Καρυωτάκης







9 Φεβρουαρίου 2010

IF - Rudyard Kipling

Διαλέγω αυτό το ποίημα για τη σημερινή μου ανάρτηση.
Απλώς γιατί νομίζω οτι ο ποιητής σε λίγες γραμμές καταφέρνει να εκφράσει το νόημα της ζωής...
Πόσο δυνατοί είμαστε να κρατήσουμε αυτή τη στάση ζωής;
Μπορούμε;
Τουλάχιστον ας προσπαθήσουμε μήπως και γίνουμε "άνθρωποι σπουδαίοι"




ΑΝ



Αν μπορείς στην πλάση τούτη να περιφρονείς τα πλούτη

κι αν οι έπαινοι των γύρω δεν σου παίρνουν το μυαλό,

αν μπορείς στην τρικυμία να κρατήσεις ψυχραιμία,

κι αν μπορείς και στους εχθρούς σου να σκορπίσεις το καλό,

αν μπορείς με μιας να παίξεις κάθε τι που ’χεις κερδίσει,

στην καταστροφή ν’ αντέξεις και να δώσεις κάποια λύση,

αν μπορείς να υποτάξεις πνεύμα, σώμα και καρδιά

αν μπορείς όταν σε βρίζουν να μην βγάζεις τσιμουδιά,

αν μπορείς στην καταιγίδα να μη χάνεις την ελπίδα,

κι αν μπορείς να συγχωρήσεις όταν σ’ έχουν αδικήσει,

αν μπορέσεις τ' όνειρό σου να μη γίνει ο όλεθρός σου,

κι αν μπορέσεις ν’ αγαπήσεις όσους σ’ έχουνε μισήσει,

αν μπορείς να είσαι ο ίδιος στην χαρά και στην οδύνη,

αν η πίστη στην ψυχή σου μπρος σε τίποτα δεν σβήνει,

αν μιλώντας με τα πλήθη τη συνείδηση δεν χάνεις,

αν μπορέσεις να χωνέψεις πως μια μέρα θα πεθάνεις,

αν ποτέ δεν σε μεθύσει του θριάμβου το κρασί,

αν στα ψέματα των άλλων δεν λες ψέματα κι εσύ,

αν μπορείς να μη θυμώνεις, αλλά μήτε και να κλαις

όταν άδικα σου λένε πως εσύ μονάχα φταις.

Αν μπορείς με ηρεμία δίχως νεύρα ή δυσφορία

και τα ίδια σου τα λόγια να τ’ ακούς παραλλαγμένα,

αν μπορείς κάθε λεπτό σου να ’ναι μια δημιουργία

και ποτέ σου να μην μένεις με τα χέρια σταυρωμένα.

Αν οι φίλοι σου κι οι εχθροί σου δεν μπορούν να σε πληγώσουν

αν οι σχέσεις με μεγάλους τα μυαλά δεν σου σηκώνουν

αν τους πάντες λογαριάζεις μα… κανένα χωριστά,

αν μπορέσεις να φυλάξεις και τα ξένα μυστικά…

Έ! Παιδί μου τότε…

Θα μπορέσεις ν’ απολαύσεις όπως πρέπει τη ζωή σου…

Θα ’σαι άνθρωπος σπουδαίος κι όλη η γη θα ’ναι δική σου!



(Ρ. Κίπλινγκ, Άγγλος ποιητής & πεζογράφος 1865-1936, Βρ. Νόμπελ 1907)