21 Απριλίου 2010

Το δίλημμα -15 (μια ιστορία σε συνέχειες)


-Μάλιστα κύριε Καρρά. Θα περάσω να τον ενημερώσω. Μείνετε ήσυχος, απάντησε ενώ από μέσα της αναθεμάτιζε την τύχη της. Γιατί; Γιατί να είναι τόσο άτυχη αναρωτιόταν  ενώ ταυτόχρονα προσπαθούσε  να κρύψει  τη σύγχυση που την είχε κυριεύσει. Τι να του έλεγε όμως του ανθρώπου; Δεν υπήρχε καμία δικαιολογία που θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει για να μην πάει στο γραφείο του Φωτιάδη. Αφού της το είχε ζητήσει έπρεπε να το κάνει. Ήθελε δεν ήθελε έπρεπε να πάει.
Χαιρέτησε τον διευθυντή και βγήκε σχεδόν απελπισμένη από το γραφείο του. Δε θυμάται να την είχε πιάσει ποτέ περισσότερο άγχος στη ζωή της. Ακόμα και την πιο δύσκολη ώρα κατάφερνε πάντα να κρατάει την ψυχραιμία της. Που ήταν όμως τώρα αυτή; Γιατί την είχε εγκαταλείψει έτσι; Η καρδιά της πήγαινε να σπάσει, σε λίγο θα ξεπηδούσε από το στήθος της. Πώς θα τον αντίκριζε; Τι θα του έλεγε; Τι θα της έλεγε εκείνος; Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα πέρασαν χιλιάδες ερωτήσεις από το μυαλό της. Πόσο δύσκολα μπορεί τελικά να κάνει τα πράγματα ένα φιλί, σκέφτηκε συνειδητοποιώντας πως τίποτα δε θα μπορούσε να είναι το ίδιο μετά από αυτό που είχε συμβεί ανάμεσα τους. Περπατούσε στο διάδρομο απορροφημένη στις σκέψεις χωρίς να παρατηρεί τι γινόταν γύρω της. Με βήματα μηχανικά δεν κατάλαβε πότε έφτασε έξω από το γραφείο του. Στάθηκε μια στιγμή να κοιτάζει την κλειστή πόρτα χωρίς να κάνει την κίνηση να χτυπήσει. Πότε είχε φτάσει κιόλας; συλλογίστηκε. Πήρε μια βαθιά ανάσα και χτύπησε την πόρτα.
Ψυχραιμία Ελπίδα! Ψυχραιμία! Ήταν το τελευταίο πράγμα που σκέφτηκε πριν σπρώξει την πόρτα για να περάσει στο γραφείο του Δημήτρη.
Καθόταν στο γραφείο του διαβάζοντας κάτι που δεν μπορούσε να καταλάβει τι ήταν από το σημείο που στεκόταν. Έμεινε απλώς να τον κοιτάζει από μακριά περιμένοντας να σηκώσει το κεφάλι του και να την αντικρίσει. Δεν άργησε να το κάνει. Σήκωσε τα μάτια του προς το μέρος της και φάνηκε να ξαφνιάζεται. Σαν να τα έχασε, άφησε αμέσως από τα χέρια του το χαρτί που κρατούσε και σηκώθηκε όρθιος.
-Ελπίδα… είπε πλησιάζοντας την. Θέλεις κάτι; Στάθηκε ακριβώς απέναντί της μα αυτή τη φορά η απόσταση που τους χώριζε ήταν μεγαλύτερη σε σχέση με τις προηγούμενες. Το βλέμμα του ήταν άδειο και η φωνή του κρύα χωρίς ίχνος φιλικότητας. Πόσο αλλαγμένος φαινόταν, σκέφτηκε από μέσα της. Δεν ήταν ο ίδιος άντρας με εκείνον που την κρατούσε αγκαλιά πριν από μια ώρα. Έμοιαζε σαν να μην τον ένοιαζε που την έβλεπε μπροστά του, σαν να του ήταν αδιάφορη η παρουσία της εκεί. Πως γινόταν να αλλάζει τόσο γρήγορα συμπεριφορά αυτός ο άντρας; αναρωτήθηκε καθώς διέκρινε ξεκάθαρα την αλλαγή της στάσης του απέναντί της.
Ίσως όμως να είναι καλύτερα έτσι, συλλογίστηκε. Δεν ήθελε να την απασχολεί άλλο αυτός ο άντρας. Ότι και να έγινε μεταξύ τους θα ήταν καλύτερα να συνεχίσουν σαν να μη συνέβη ποτέ. Σίγουρα ο Δημήτρης θα το είχε σκεφτεί  νωρίτερα αυτό και αυτός θα ήταν και ο λόγος που συμπεριφερόταν έτσι.
-Πέρασα από το γραφείο του κυρίου Καρρά και με ενημέρωσε πως θα πρέπει να φύγουμε αύριο για τη Θεσσαλονίκη. Το πολύ μεθαύριο. Όσο πιο γρήγορα γίνεται τέλος πάντων. Έχουν προκύψει κάποια θέματα που θα πρέπει να έχουν διευθετηθεί πριν την έναρξη του συνεδρίου και χρειάζονται τη βοήθεια μου. Ο κύριος Καρράς ζήτησε να είσαι και εσύ εκεί.
Τα είπε όλα με μια ανάσα σαν να έλεγε το μάθημα της παπαγαλία. Τον κοιτούσε επίσης σαν να μην είχε συμβεί τίποτα και σαν να μην την απασχολούσε καθόλου αυτό που  συνέβη ανάμεσα τους λίγο νωρίτερα. Θέατρο έπαιζε εκείνος; Θέατρο θα έπαιζε και αυτή, σκέφτηκε την ώρα που του απαντούσε με τον ίδιο παγερό τόνο στη φωνή της.
-Αύριο; Την ρώτησε εκείνος γεμάτος έκπληξη. Πότε θα προλάβουμε;
-Δε νομίζω να φύγουμε νωρίς το πρωί. Μάλλον το μεσημέρι. Θα με ενημερώσει και η γραμματέας του για την ακριβή ώρα αναχώρησης μας. Δε θα έρθουμε αύριο στην εταιρεία. Πιστεύω πως θα έχουμε τον χρόνο να ετοιμαστούμε.
-Καλώς. Τι να πω; Εντάξει… έκανε εκείνος ενώ ταυτόχρονα φάνηκε σαν κάτι να συλλογιζόταν από μέσα του. Φαινόταν σκεφτικός και απορημένος μα δεν την ένοιαζε να μάθει το λόγο. Τουλάχιστον αυτό προσπαθούσε να πείσει τον εαυτό της.
-Θα σου τηλεφωνήσω αργότερα να σε ενημερώσω για το ταξίδι, εντάξει; Φεύγω τώρα. Θα πρέπει να ετοιμάσω τα έγγραφα που θα πάρω μαζί μου και πίστεψέ με, είναι πολλά. Με βλέπω να κάθομαι μέχρι το βράδυ εδώ πέρα, πρόσθεσε με ένα ελαφρύ χαμόγελο προσπαθώντας να   σπάσει λίγο τον πάγο που υπήρχε μεταξύ τους.
Εκείνος όμως δε φάνηκε να αλλάζει διάθεση. Παρέμεινε το ίδιο σκεφτικός στη θέση του χωρίς να μιλήσει για ένα λεπτό.
-Θα περιμένω τηλεφώνημα σου, της είπε μετά από μερικές στιγμές με αυστηρό ύφος.
Τόσο πολύ τον πείραξε; αναρωτιόταν τώρα από μέσα της η Ελπίδα καθώς έβγαινε από το γραφείο του. Ίσως… Ποτέ δε θα μάθαινε.
Έπρεπε να πάει στο δικό της γραφείο και να ξεκινήσει αμέσως τη δουλειά. Σίγουρα θα καθόταν περισσότερες ώρες σήμερα προκειμένου να είναι όλα έτοιμα για αύριο. Θα έπρεπε να ενημερώσει και το Στέφανο. Δεν θα του άρεσε καθόλου που θα έφευγε. Κάθε φορά που έκανε κάποιο επαγγελματικό ταξίδι για δυο τρεις μέρες της δημιουργούσε πρόβλημα. Πώς θα του έλεγε τώρα πως θα έπρεπε να λείψει μια ολόκληρη εβδομάδα; Για άλλη μια φορά θα τσακώνονταν, μα δε μπορούσε να κάνει αλλιώς. Κάποια στιγμή θα έπρεπε και εκείνος να καταλάβει πως ότι κάνει το κάνει για τη δουλειά της. Προσπάθησε να διώξει όλες αυτές τις σκέψεις από το νου της. Για την ώρα θα αφοσιωνόταν στην τακτοποίηση των εγγράφων και όταν θα τελείωνε θα σκεφτόταν τι θα κάνει και με τον Στέφανο.
Την ίδια ώρα κάπου αλλού
Ο ήχος του κινητού τηλεφώνου έβγαλε το νεαρό άντρα από τις σκέψεις στις οποίες είχε βυθιστεί. Στην άλλη άκρη η φωνή του ηλικιωμένου άντρα ακουγόταν θυμωμένη.
-Που έχεις χαθεί; Ούτε ένα τηλεφώνημα… Τι συμβαίνει;
-Έλαβα τις πληροφορίες που μου έστειλες νωρίς το πρωί. Δεν γίνονται από τη μία στιγμή στην άλλη αυτά. Θέλω λίγο χρόνο, απάντησε ο νεαρός άντρας προσπαθώντας να δικαιολογήσει την πολυήμερη εξαφάνισή του.
-Ξέρεις καλά ότι δεν έχουμε χρόνο. Θέλω να γίνει γρήγορα η δουλειά, του είπε εκείνος ακόμα πιο θυμωμένος τώρα.
-Νομίζω πως έχω μια πολύ καλή ευκαιρία να προχωρήσω. Αυτές τις μέρες ίσως να καταφέρω να κάνω κάτι…
-Όχι ίσως… Να κάνεις! Θέλω να τη βγάλεις από τη μέση το κατάλαβες; Ξεχνάς την επιταγή που πήρες; πρόσθεσε εξοργισμένος.
-Δεν έχω ξεχάσει τίποτα. Θα το κάνω… Σύντομα! Απάντησε ο νεαρός ενώ από την άλλη μεριά ο ηλικιωμένος άντρας είχε ήδη κλείσει το τηλέφωνο. Έμεινε ακίνητος να σκέφτεται τη διαταγή του.
Θα το έκανε!
Σύντομα μάλιστα!

6 σχόλια:

  1. Νέα τροπή στα πράγματα,ε; Πολύ ενδιαφέρον Νατάσσα! Είμαι περίεργος να δω το παρακάτω. Να δω τι παίζει με αυτόν τον ηλικιωμένο.

    Δεν μπορώ να μην σου πω πως κόλλησα με ένα συγκεκριμένο κομματάκι από αυτή τη συνέχεια. Το αναφέρω απλά, χωρίς να το σχολιάσω..."Πόσο δύσκολα μπορεί τελικά να κάνει τα πράγματα ένα φιλί"...Τα λέει όλα σχεδόν από μόνης της αυτή ηφράση...

    Να σου κρατά η Νύχτα ένα βαζάκι μέλι...Καλησπέρα και φιλιά.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. @Έσπερε μου
    έτσι είναι τα πράγματα! Ένα φιλί μπορεί πολλά να κάνει! Θα πρέπει μόνο όταν έρχεται να το νιώθουμε με όλες μας τις αισθήσεις!
    Και θα ξέρεις πως τα επικίνδυνα και τα αυθόρμητα φιλιά είναι και τα πιο όμορφα! Αυτά μας μένουν!

    Απόψε η Νύχτα μοιάζει πολύ γλυκιά!Καλό βράδυ!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. η αγωνία δε σταματά ποτέ..αυτό μ αρέσει σε σένα!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. @inmusiclost
    το προσπαθώ πραγματικά! είναι το πρώτο μου μέλημα! ταυτόχρονα όμως θέλω να είναι και "καλό" σαν γραπτό!

    Φιλιά και καλό σου βράδυ!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Δεν υπάρχει έστω και μια φορά που να μην παραδέχομαι πως γράφεις υπέροχα καλή μου!!! Κάθε φορά...

    Αντε περιμένω την συνέχεια!!!!

    "Μυστικά" φιλιά!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. @Μυστικό μου Μονοπάτι
    που ήσουν τόσο καιρό; σε έχασα...
    σε ευχαριστώ πολύ καλή μου! να είσαι πάντα καλά και να περνάς όμορφα!

    Τα φιλιά μου!

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Πες μου αυτό που σκέφτηκες...
Σε ακούω...