Μια ανάρτηση αφιερωμένη σε εμένα...

Posted by Τ'όνομά μου Αναστασία in


Η συγγραφέας Κωνσταντίνα Λαψάτη έκανε μια ανάρτηση στο ιστολόγιό της μιλώντας για εμένα και δημοσιεύοντας ένα δικό μου κείμενο! Πρώτη φορά κάνουν μια τόσο γλυκιά πράξη και λένε τόσο όμορφα λόγια προς τιμή μου, γεγονός που με συγκίνησε. Αυτή μου λοιπόν τη συγκίνηση αλλά κ την απέραντη χαρά ήθελα να μοιραστώ μαζί σας. Μπορείτε να διαβάσετε την δημοσίευση εδώ, μα εγώ ήθελα πολύ να την αναρτήσω κ στο δικό μου ιστολόγιο λέγοντας κι από εδώ ένα πολύ μεγάλο ευχαριστώ στην αγαπημένη μου Κωνσταντίνα!

Ακολουθεί η ανάρτηση της Κωνσταντίνας Λαψάτη :

"Λίγα λόγια για την Αναστασία...

Είμαι βέβαιη πως διαβάζοντας το διήγημα της Αναστασίας Βασιλάκου για τις τελευταίες στιγμές της Πηνελόπης Δέλτα, θα συμφωνήσετε μαζί μου ότι η Αναστασία έχει έναν μοναδικό τρόπο γραφής που προσωπικά - μιας και έχω την τιμή, την ευτυχία αλλά και την τύχη να έχω διαβάσει και άλλα δείγματά της - κατατάσσω στο είδος εκείνο της γραφής που αποκαλώ ένα πανέμορφο, νοσταλγικό ταξίδι στο παρελθόν.

Μία γραφή περασμένων εποχών,

ανόθευτη και αυθεντική,

που σπάνια πια συναντάμε στην εποχή μας.


Γιατί όμως να συμβαίνει αυτό...
Γιατί πολύ απλά η Αναστασία είναι μία δημιουργός που όταν γράφει, γράφει με την πέννα της ψυχής της. Και η ψυχή της είναι το ίδιο ανόθευτη και αυθεντική. Με ήθος.
Διαβάζοντας τα διηγήματά της ξέρω πως θα παρασυρθώ και θα φτάσω τελικά εκεί ακριβώς που η ίδια θέλει να με πάει.
Και τολμώ να ομολογήσω ότι διαβάζοντας την Αναστασία, πάντα φέρνω στο μυαλό μου την ανάμνηση ενός δροσερού καλοκαιριού { εκείνα τα χρόνια τα καλοκαίρια ήταν απολαυστικά δροσερά } όπου παιδάκι του Δημοτικού καθώς ήμουν, ξάπλωνα τα μεσημέρια έξω στην βεράντα έχοντας στα χέρια μου το βιβλίο της Λιλίκας Νάκου Οι Παραστρατημένοι.

Ιδιαίτερη ανάμνηση, μοναδική...
Αυτό ακριβώς κάνει η Αναστασία.
Μου δημιουργεί συναισθήματα που με φέρνουν πίσω στο παρελθόν, σε στιγμές τόσο μοναδικές και πολύτιμες,τόσο αθώες και αγνές,τόσο όμορφες και δροσερές...
και θέλει πραγματικό ταλέντο για να το κάνεις αυτό, δεν νομίζετε;
Οι περισσότεροι μπορούν να γράψουν. Κάποιοι καταφέρνουν να σε παίρνουν μαζί τους. Λίγοι όμως τα πετυχαίνουν όλα αυτά, ταυτόχρονα με το να σε κάνουν να ζήσεις ξανά τις ομορφότερες στιγμές της ζωής σου. Και θέλει πραγματικό ταλέντο για να το κάνεις αυτό.

Και τώρα πια, δεν θέτω καμία ερώτηση. Τώρα μόνο διαπιστώνω.


Σημ. Νατάσσα μου γλυκιά, έγραψα αυτές τις λίγες λέξεις, ακούγοντας τα υπέροχα τραγούδια από το ιστολόγιό σου.
Επίσης, αναρτώ και την ίδια ακριβώς εικόνα που ανέρτησες κι εσύ, καθώς δεν ήθελα να χαλάσω την μαγική ατμόσφαιρα που δημιούργησες.

Ακολουθεί το διήγημα Αγάπες Που Έσβησαν, το οποίο δημοσιεύτηκε στο Λογοτεχνικό Περιοδικό αντί χ λόγου."



«Αγάπες που έσβησαν»




Κηφισιά, 27 Απριλίου 1941

Δεν ήθελε να ξημερώσει εκείνο το πρωινό. Όχι, δεν ήθελε. Μακάρι να μπορούσε να σταματήσει για πάντα το χρόνο και να έμενε αιώνια κοιμισμένη στο μικρό της κρεβάτι δίχως να αναγκαστεί ποτέ να βιώσει τον ερχομό εκείνης της μαύρης Κυριακής, δίχως να νιώσει ποτέ την ταπείνωση που από ώρα σε ώρα, από λεπτό σε λεπτό θα βίωνε η έρημη πόλη της Αθήνας. Ωστόσο οι λαμπερές ακτίνες του ανοιξιάτικου ήλιου είχαν αντίθετη γνώμη. Είχαν ήδη προλάβει να διαπεράσουν την κεντητή της κουρτίνα και είχαν έρθει να καρφωθούν στο γερασμένο της πρόσωπο υποχρεώνοντάς την να ανοίξει τα μάτια της και να αντικρίσει τον ερχομό της καινούργιας μέρας που μόλις είχε γεννηθεί. Το πρωινό φως πλημμύριζε τώρα το δωμάτιο της και βρισκόταν εκεί για να της υπενθυμίσει πως δυστυχώς, όχι μόνο για εκείνη, είχε τελικά ξημερώσει…
Σε λίγες ώρες οι Γερμανοί θα έμπαιναν στην Αθήνα. Οι χιτλερικές μοτοσικλέτες θα περνούσαν λίγα μέτρα μακριά από το σπίτι της, θα κατηφόριζαν την Κηφισίας, θα περνούσαν μπροστά από το Μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη, θα συνέχιζαν στην λεωφόρο Αμαλίας και την Διονυσίου Αρεοπαγίτου και θα έφταναν στην Ακρόπολη. Εκεί, πάνω στον Ιερό Βράχο, αφού θα υπέστελλαν την γαλανόλευκη σημαία, θα ύψωναν εκείνη που πάνω της ήταν χαραγμένο το σύμβολο της Ναζιστικής Γερμανίας, τη σημαία με τον δεξιόστροφο αγκυλωτό σταυρό, τη σβάστικα. Κι από εκείνη τη στιγμή η Αθήνα θα έπαυε πια να είναι Ελληνική, να είναι ελεύθερη… Και μόνο στην ιδέα ένιωσε να ανατριχιάζει. Αισθάνθηκε ένα ρίγος να διαπερνάει όλο της το σώμα από άκρη σε άκρη , ακόμα και τα ασθενικά της άκρα, που χρόνια τώρα είχαν σχεδόν παραλύσει από την αρρώστια που την ταλαιπωρούσε. Έκλεισε και πάλι τα μάτια της προσπαθώντας να φανεί δυνατή και να μην κλάψει, ενώ παράλληλα θυμήθηκε τα λόγια που μερικά χρόνια νωρίτερα είχε γράψει στο ημερολόγιό της:
« Είχα ονειρευτεί μια Ελλάδα ελεύθερη, δημοκρατική και ανεξάρτητη…»
Τελικά εκείνο της το όνειρο δεν είχε σκοπό να πραγματοποιηθεί σύντομα. Πάντα κάποιος θα ερχόταν να καταχραστεί εκείνη την ελευθερία, να σφετεριστεί τη δημοκρατία και να κλέψει την ανεξαρτησία αυτής της βασανισμένης χώρας. Ανασηκώθηκε νωχελικά στο κρεβάτι της και άπλωσε με δυσκολία το ένα της χέρι στο κομοδίνο που βρισκόταν ακριβώς δίπλα της. Έβγαλε από το συρτάρι το ημερολόγιό της και το ακούμπησε στα πόδια της για να γράψει. Ίσως για τελευταία φορά…
Καθώς γύριζε τις γεμάτες εξομολογήσεις σελίδες του τα μάτια της έπεσαν πάνω σε εκείνα που είχε γράψει μόλις την προηγούμενη μέρα:
«Αύριο ίσως μπουν στην Αθήνα οι Γερμανοί. Τηλεφώνησε ο αδελφός μου πως είναι ασφαλέστερο να κατεβούμε σπίτι του, γιατί είναι άγνωστο από πού θα μπουν. Του αποκρίθηκα ότι θα μείνουμε σπίτι μας. Είναι ώρα τώρα να μιλάμε για ασφάλεια, όταν η Αθήνα θα έπρεπε να γίνει ολοκαύτωμα και να καταπιεί χιλιάδες Γερμανούς κάτω από τα ερείπιά της… Τι δύναμη που σου δίνει η γνώση πως έχεις λίγο θάνατο φυλαγμένο στην τσέπη…».
Κοίταξε τα γράμματα της που πάνω στην ασχήμια τους αποτυπωνόταν η δυσκολία της να γράφει και ένα μελαγχολικό, σχεδόν απεγνωσμένο χαμόγελο χαράχτηκε στα ξεραμένα της χείλη.
Ούτε να γράψω δε μπορώ πια… Τι την θέλω τέτοια ζωή; σκέφτηκε με παράπονο μέσα της και κράτησε ακόμη πιο σφιχτά το στυλό, αποφασισμένη να κάνει μια καλύτερη προσπάθεια αυτή τη φορά. Στην αρχή ζόρισε το ένα της χέρι, στη συνέχεια όμως, βλέποντας πως της ήταν αδύνατον, το έσφιξε και με τις δυο της παλάμες για να μπορέσει τελικά να γράψει. Σκέφτηκε για λίγο αυτά που θα αποτύπωνε στην καθαρή σελίδα του ημερολογίου της και ένιωσε ένα δυνατό πόνο να της τρυπάει την καρδιά, σαν σουβλιά. Ποτέ της δε πίστευε ότι θα έφτανε η ώρα να αναγκαστεί να γράψει κάτι τέτοιο. Όχι, δε μπορεί να ήταν αλήθεια. Δε δεχόταν να πιστέψει ότι είναι αλήθεια. Μάλλον έβλεπε κάποιο κακό όνειρο, κάποιον εφιάλτη. Κι από λεπτό σε λεπτό θα ξυπνούσε. Μακάρι να ξυπνούσε…
Άρχισε να γράφει αργά και βασανιστικά πλημμυρισμένη από πόνο, όχι μόνο επειδή έχανε σιγά σιγά τη δύναμη της να γράφει, όχι μόνο επειδή έχανε αυτόν τον μεγάλο της έρωτα, αλλά επειδή έχανε και την πατρίδα της, ακόμη έναν έρωτα τρανό για εκείνη. Πόσους έρωτες θα χάσω ακόμα; Έμεινε άραγε κανείς; συλλογίστηκε καθώς γέμιζε την λευκή σελίδα με μαύρα σημάδια:
«Οι Γερμανοί μπαίνουν στας Αθήνας. Καημένη Ελλάδα! Καημένη Ρωμιοσύνη!»
Καημένη ναι. Και ποιος ξέρει τι άλλο θα ερχόταν ακόμα μετά από εκείνο το πρωινό; Ποιος ξέρει τι άλλο κακό θα ξημέρωνε τις επόμενες μέρες; Όχι! Δε θα επέτρεπε ποτέ στον εαυτό της να αντικρίσει ούτε έναν Γερμανό στρατιώτη. Δεν ήταν διατεθειμένη να ζήσει ούτε μια μέρα αυτής της Κατοχής, αυτής της δυστυχίας, του τρόμου και της απόγνωσης, αισθήματα που έρχονταν να ριζωθούν στις καρδιές των Ελλήνων και να τους αποτελειώσουν. Καλύτερα να αποτελείωνε η ίδια τον εαυτό της μια ώρα αρχύτερα. Τον Γερμανό πάντως, δε θα τον άφηνε…
Άφησε παράμερα το ημερολόγιο και προσπάθησε να σηκωθεί από το κρεβάτι της αφού πρώτα τυλίχτηκε στη μεταξωτή της ρόμπα. Έκανε απλώς ένα βήμα, ίσα που να φτάσει απέναντι στην μπαλκονόπορτα και να ανοίξει τα παραθύρια της, κι ύστερα σωριάστηκε στη βελούδινη πολυθρόνα κοιτάζοντας τον ολάνθιστο κήπο που γέμιζε την ατμόσφαιρα με χρώματα και ευωδιές. Έμεινε εκεί κάμποση ώρα ακίνητη, στην αγαπημένη της γωνιά, να κοιτάζει ζαλισμένη από τον ήλιο το μεγάλο δέντρο που βασίλευε στον καταπράσινο κήπο, χαμένη στην άβυσσο των αναμνήσεών της.
Δίπλα της ακριβώς, τοποθετημένο πάνω σε ένα μικρό σκαλιστό τραπεζάκι βρισκόταν το ραδιόφωνο της. Πόσο το είχε μισήσει εκείνες τις μέρες αυτό το μαραφέτι. Από αυτό μάθαινε τις κινήσεις των Γερμανών που μέρα με την ημέρα εισέβαλλαν όλο και πιο βαθιά στην Ελλάδα. Που μέρα με την ημέρα πλησίαζαν όλο και πιο απειλητικά προς το μέρος της. Το μισούσε γιατί τον τελευταίο καιρό είχε μετατραπεί σε μαντατοφόρος αποκλειστικά θλιβερών ειδήσεων. Ειδήσεων και γεγονότων που θα σημάδευαν για πάντα την ιστορία τούτου του άμοιρου λαού. Μόλις το προηγούμενο βράδυ, κι ενώ ο Ραδιοφωνικός Σταθμός παρέμενε ποιος ξέρει για πόσες ακόμα ώρες ελληνικός, είχε ακούσει :
«Ακούτε τη φωνή της Ελλάδας. Έλληνες, σταθείτε αποφασισμένοι, περήφανοι και αξιοπρεπείς. Πρέπει να φανείτε αντάξιοι της ιστορίας σας. Η ανδρεία και η νίκη του στρατού μας έχει ήδη αναγνωριστεί. Το δίκαιο του σκοπού μας θα αναγνωριστεί και αυτό. Κάναμε το καθήκον μας με εντιμότητα. Φίλοι! Έχετε την Ελλάδα στην καρδιά σας, ζήστε εμπνευσμένοι από τη φλόγα του τελευταίου θριάμβου της και τη δόξα του στρατού μας. Η Ελλάδα θα ζήσει ξανά και θα είναι σπουδαία, γιατί πολέμησε έντιμα για ένα δίκαιο σκοπό και για την ελευθερία. Αδέλφια! Να έχετε κουράγιο και υπομονή. Να έχετε δύναμη ψυχής. Θα ξεπεράσουμε αυτές τις δυσκολίες. Έλληνες! Με την Ελλάδα στο μυαλό σας θα πρέπει να είστε περήφανοι και αξιοπρεπείς. Υπήρξαμε ένα έντιμο έθνος και γενναίοι στρατιώτες.»
Η φωνή του εκφωνητή αντηχούσε ακόμα στα αυτιά της. Γεμάτη ένταση, γεμάτη προτροπή να μη χαθεί ποτέ το θάρρος από τις ψυχές των Ελλήνων. Μα πώς να έχεις θάρρος όταν ξέρεις πως σε λίγες ώρες ίσως να κείτεσαι νεκρός, θαμμένος κάτω από τα ερείπια που ίσως προκαλέσουν πιθανοί γερμανικοί βομβαρδισμοί; Πώς να έχεις θάρρος όταν ξέρεις πως λίγες ώρες μετά ίσως να πέφτεις νεκρός από τα πυρά κάποιου οπλισμένου Γερμανού στρατιώτη; Το θάρρος δεν είχε απομείνει σε κανενός την ψυχή πια. Κανείς δε θα αντιστεκόταν. Κανείς δε θα έφερνε αντίσταση. Από χθες το απόγευμα όλοι είχαν κλειστεί στα σπίτια τους κι είχαν ασφαλίσει καλά τα παραθυρόφυλλά τους, βυθισμένοι στο σκοτάδι για να μην μαρτυρούν την παρουσία τους εκεί. Πολλοί είχαν τρέξει να προστατευτούν σε κάποιο καταφύγιο, κυρίως γυναικόπαιδα που οι άντρες του σπιτιού τους είχαν χαθεί στον πόλεμο. Κανείς δεν κυκλοφορούσε στο κέντρο της πόλης. Είχε μείνει έρημη, αδειανή και παντού βασίλευε μια νεκρική σιωπή, τόσο έντονη που αν άνοιγες καλά τα αυτιά σου, ίσως και να μπορούσες να την ακούσεις. Η πόλη των Αθηνών ήταν προδιαγεγραμμένο, θα δινόταν ανοχύρωτη και αμαχητί.
Κάπου μακριά σαν να άκουσε τον απόηχο των ναζιστικών μοτοσικλετών που διέσχιζαν εκείνη την ώρα τη μεγάλη λεωφόρο για να κατευθυνθούν προς το Σύνταγμα. Πίσω τους ακριβώς ακολουθούσαν τα τεθωρακισμένα οχήματα με τις ερπύστριες τους να μαστιγώνουν βίαια τον ερημωμένο δρόμο της Κηφισίας. Ήταν ακριβώς εκείνη την ώρα που κάτω από αυτές τις ερπύστριες τσακίζονταν και χάνονταν τα μεγαλύτερα ανθρώπινα ιδανικά, η ελευθερία, η δημοκρατία, η ανεξαρτησία και τα όνειρα του ελληνικού λαού. Ήταν ακριβώς εκείνη την ώρα που το όνειρό της για μια ελεύθερη Ελλάδα γινόταν χίλια κομμάτια κάτω από τις ερπύστριες των σιδηρόφρακτων στρατιωτικών μονάδων του κατακτητή. Ο ήχος που άφηναν πίσω τους τα μηχανοκίνητα τροχοφόρα την έκαναν να αναριγήσει. Προς στιγμήν ένιωσε να χάνει τις αισθήσεις της, τα λογικά της. Σταμάτησε να σαλεύει κι έμεινε ακίνητη, σχεδόν σαν υπνωτισμένη να ακούει εκείνη τη φρικιαστική βουή. Μες στη σιωπή που απλωνόταν ολόγυρα της, εκείνος ο ήχος έμοιαζε να γίνεται ένα με την σπαραχτική φωνή της ψυχής της που ούρλιαζε γεμάτη απόγνωση για την αδικία που βίωνε ακόμη μια φορά η λατρεμένη της πατρίδα.
Όταν λίγα δευτερόλεπτα μετά κατάφερε να συνέλθει, έγειρε τα παραθυρόφυλλα να κλείσουν και στη συνέχεια άναψε το ραδιόφωνο. Άραγε ανήκε ακόμα στην Ελλάδα; αναρωτήθηκε σιωπηλά. Η φωνή του Έλληνα εκφωνητή πλημμύρισε το δωμάτιο δίνοντας της απάντηση στην απορία που είχε :
«Εδώ ελεύθεραι ακόμα Αθήναι… Έλληνες! Οι Γερμανοί εισβολείς ευρίσκονται εις τα πρόθυρα των Αθηνών. Αδέλφια! Κρατήστε καλά μέσα στην ψυχή σας το πνεύμα του μετώπου. Ο εισβολεύς εισέρχεται με όλας τας προφυλάξεις εις την έρημον πόλιν με τα κατάκλειστα σπίτια. Έλληνες! Ψηλά τις καρδιές! Προσοχή! Ο Ραδιοφωνικός Σταθμός Αθηνών ύστερα από λίγο δεν θα είναι ελληνικός. Θα είναι γερμανικός και θα μεταδίδει ψέμματα! Έλληνες! Μην τον ακούτε! Ο πόλεμός μας συνεχίζεται και θα συνεχισθεί μέχρι της τελικής νίκης! Ζήτω το Έθνος των Ελλήνων!»
Ο εκφωνητής Κώστας Σταυρόπουλος προσπαθούσε με όση δύναμη του είχε απομείνει να προετοιμάσει από το δικό του βήμα τον ελληνικό λαό για τη δοκιμασία που τον περίμενε. Η γεμάτη πάθος φωνή του έμοιαζε κάπου κάπου να σπάει, να λυγίζει, μα δεν το έβαζε κάτω. Καθώς εκφωνούσε το τελευταίο ελληνικό δελτίο, έμοιαζε με ηθοποιό κάποιας αρχαίας τραγωδίας να ερμηνεύει το ρόλο του ακριβώς τη στιγμή της κορύφωσής της. Όλα είχαν τελειώσει. Όλα ήταν θέμα χρόνου. Οι Γερμανοί βρίσκονταν προ των πυλών και σε λίγη ώρα όλα θα ανήκαν πια στα δικά τους χέρια. Κι ύστερα ακούστηκε ο Εθνικός Ύμνος. Για τελευταία φορά. Άπλωσε το χέρι της κι έσβησε το ραδιόφωνο ακριβώς τη στιγμή που ακούστηκε η τελευταία του νότα. Με αυτή τη θύμηση ήθελε να φύγει. Πως όλα ήταν ακόμα ελληνικά…
Έχωσε τα γερασμένα της δάχτυλα στην τσέπη της μεταξωτής της ρόμπας και χάιδεψε το μικροσκοπικό φιαλίδιο για να σιγουρευτεί ότι βρισκόταν ακόμα στη θέση του. Το είχε βάλει εκεί από το προηγούμενο μεσημέρι όταν είχε ήδη πάρει τις αποφάσεις της για το δικό της προσωπικό μέλλον. Ένα μέλλον που σε λίγες ώρες θα έπαυε να υπάρχει πια. Μα ναι, έπρεπε να φύγει. Να δώσει η ίδια ένα τέλος προτού βιώσει την δυστυχία, το θάνατο και την ταπείνωση που έφερνε μαζί του το τρίτο Ράιχ.
Άλλωστε δεν της είχε απομείνει τίποτα που να την κρατάει στη ζωή. Ό,τι αγαπούσε είχε πεθάνει. Όλοι τις οι έρωτες είχαν χαθεί. Και πρώτος από όλους εκείνος. Ο μοναδικός άντρας που ερωτεύτηκε και αγάπησε παράφορα στη ζωή της. Εικοσιένα ολόκληρα χρόνια. Τόσα είχαν περάσει από εκείνον τον τραγικό επίλογο που έμελλε να έχει η ζωή του αγαπημένου της Ίωνα Δραγούμη. Θυμήθηκε που είχε γράψει για αυτόν:
«Ως που ήρθε στο τέλος ο θάνατος, άγριος και άκαιρος και μας χώρισε οριστικά, παίρνοντας εκείνον, τον νεότερο, τον εύμορφο, τον αγνό.»
Κι έπειτα ακόμη ένας θάνατος. Ο ιός της πολιομυελίτιδας νέκρωνε σιγά σιγά τα άκρα της, τα χέρια της, τα δάχτυλά της. Πώς να κρατήσει πια το μολύβι; Πώς να γράψει; Ακόμη μια αγάπη πέθαινε κι αυτή.
Και τώρα είχε έρθει το τέλος του μεγαλύτερου έρωτά της. Το τέλος της Ελλάδας. Της ελεύθερης Ελλάδας. Πού να γύριζε να κοιτάξει; Παντού γύρω της χαμός, απουσία και θλίψη.
Σηκώθηκε με όση δύναμη της είχε απομείνει και ξάπλωσε πάλι στο κρεβάτι της. Από εκεί παρήγγειλε να της φέρουν ένα ποτήρι νερό. Η γυναίκα που τη βοηθούσε δεν άργησε να φανεί. Κρατούσε στα χέρια της έναν μικρό ασημένιο δίσκο και πάνω του είχε ακουμπήσει το ποτήρι με το νερό που της είχε ζητήσει η κυρία της. Αφού το άφησε στο κομοδίνο δίπλα της, ρώτησε την ξαπλωμένη γυναίκα αν χρειαζόταν κάτι ακόμα.
«Όχι, σε ευχαριστώ καλή μου.» της απάντησε εκείνη και χαμήλωσε το βλέμμα της. Φοβόταν μήπως εκείνη, που την ήξερε τόσο καλά, καταλάβαινε τι ετοιμαζόταν να κάνει. Η γυναίκα της χαμογέλασε γλυκά ανυποψίαστη και αποχώρησε από το δωμάτιό της κυρίας της κλείνοντας πίσω της την πόρτα.
Και τότε έμεινε μόνη της. Έγραψε ακόμη δυο λόγια στο ημερολόγιο που ήταν δίπλα της και το άφησε χαμηλά στα πόδια της. Έπειτα άνοιξε το μικρό φιαλίδιο και διέλυσε το περιεχόμενό του στο νερό. Έφερε το ποτήρι στα χείλη της και μεμιάς κατάπιε την πικρή ουσία που βρισκόταν μέσα του. Δεν είχε να σκεφτεί τίποτα. Δε φοβόταν τίποτα πια. Αντιθέτως χαιρόταν. Χαιρόταν γιατί ήξερε πως το δηλητήριο θα έκανε γρήγορα τη δουλειά του. Κι ήταν παρήγορη η ιδέα πως σε λίγο θα συναντούσε ξανά εκείνον τον έρωτα που έχασε πριν από εικοσιένα χρόνια.
Θυμήθηκε τα λόγια που του είχε πει κάποτε σε έναν περίπατο που έκαναν μαζί στην εξοχή της Αττικής:
«Η ζωή μας χωρίζει. Ίσως ο θάνατος να μας ενώσει σαν έρθει η σειρά σου.»
Κι εκείνος της είχε απαντήσει με σιγουριά :
«Ο θάνατος θα μας ενώσει.»
Πώς να μη χαίρεται λοιπόν; Έκλεισε τα μάτια της κι έμεινε εκεί να περιμένει το τέλος. Ένα τέλος που θα την οδηγούσε, ελεύθερη πια, στον αγαπημένο της. Μα ναι, τώρα ήταν πραγματικά ευτυχισμένη.
Ακουμπισμένο στα πόδια της είχε αφήσει ανοιχτό το ημερολόγιο της στη σελίδα που είχε γράψει σήμερα για τελευταία φορά. Είχε φροντίσει να αφήσει στα παιδιά της το τελευταίο της μήνυμα με την ελπίδα πως κάποτε θα τη συγχωρούσαν για το δρόμο που διάλεξε να πάρει:
«Παιδιά μου, ούτε παπά θέλω, ούτε κηδεία. Παραχώστε με σε μια γωνιά του κήπου, αλλά μόνο αφού βεβαιωθείτε ότι δεν ζω πια. Σας φιλώ όλους με αγάπη. Φροντίστε τον πατέρα σας.Σας φιλώ σφιχτά.
Πηνελόπη Δέλτα»

Νέο τεύχος Λογοτεχνικού περιοδικού αντίxλόγου

Posted by Τ'όνομά μου Αναστασία

Το Λογοτεχνικό περιοδικό αντίxλόγου μόλις κυκλοφόρησε το νέο

του τεύχος. Εύχομαι ολόψυχα να είναι καλοτάξιδο!

Στις σελίδες του φιλοξενούνται με κείμενά τους οι :

Γιάννης Καλπούζος, Γιάννης Φιλιππίδης, Στέργια Κάββάλου, Δημήτρης Κρανιώτης, Βασιλική Νευροκοπλή, Ζηνοβία Μαρνέζη, Ευάγγελος Ευθυμίου, Δέσποινα Χατζή, Αγιάτη Μπενάρδου, Αμαλία Νινιράκη, Κυριάκος Χαλκόπουλος, Ευρυδίκη Αμανατίδου, Ιωάννα Σαμαρά, Δημήτρης Α. Δημητριάδης, Έλένος Χαβάτζας, Θάνος Πάσχος, Νικόλαος Φωτιάδης, Κατερίνα Αξούγκα, Γιάννης Πλιώτας, Μιχάλης Καλαμαράς, Θοδωρής Τσαφής, Ελένη Μπάρκα, Αγγελική Σχοινά, Παναγιώτης Φερεντίνος, Σπύρος Βουτσινάς, Τζόρτζια Νάστα, Μυρτώ Πάντη.



Περίληψη 13ου τεύχους:
 
Η Άνοιξη…
 
Με τον ερχομό της ξαναγεννιέται η ζωή που πεθαίνει το χειμώνα, η φύση ερωτεύεται και  οργιάζει. Ανοίγουν τα παράθυρα, το καθαρό αναζωογονητικό αεράκι εισβάλλει, για να παρασύρει μαζί του τη μυρωδιά της κλεισούρας και της χειμωνιάς. Στις αυλές στήνονται τα τραπεζάκια και οι πολυθρόνες για να υποδεχτούν τα σώματα τα κουρασμένα και μουδιασμένα από το χειμωνιάτικο καθισιό.
Αυτή είναι η καλύτερη ώρα, για να ταξιδέψετε μαζί μας, καθώς «πέφτει η νύχτα στο Παλέρμο». Σε ένα «Νησί από ελαφρόπετρα» από καράβι σε καράβι, από στόμα σε στόμα, από τόπο σε τόπο και «ταξιδεύοντας με τα παραμύθια», να σκάψετε στις σελίδες του περιοδικού μας για την «αναζήτηση της αλήθειας» κι ας έχει απλωθεί «το σκοτάδι». Στην μαγική σας περιπέτεια «ίσως» συναντήσετε «τα τελώνια» που φοβερίζουν τις ψυχές των θνητών με τις αμαρτίες τους  ή τον «Elric», τον επικό ήρωα που δρα σε όλα τα σύμπαντα. «Πώς να τους παραβλέψεις;» τόσους κινδύνους; 
Μη λυγίσετε όμως... σκάψτε πιο βαθιά στις σελίδες μας και για άλλους κρυμμένους θησαυρούς. «Ένα τσαμπί σταφύλια» μπορεί να είναι το αντίδοτο και να «μειώνει τα βάσανα και τη φοβία» ή «το κουτί, το μήλο και τα δεινά του κόσμου» ίσως σας δώσουν τις απαντήσεις που επιθυμείτε για «τα κρίνα της ζωής» και «μην έχοντας άλλη επιλογή παρά μονάχα το αίμα» να νιώσετε τελικά πως άξιζε αυτό το μαγικό ταξίδι στις χάρτινες ηπείρους του «αντί × λόγου».
 
Πληροφορίες για το τεύχος μπορείτε να βρείτε εδώ:



Η γυναίκα που ήξερε μόνο να αγαπάει - Μαρία Τζιρίτα

Posted by Τ'όνομά μου Αναστασία in



Το νέο μυθιστόρημα της αγαπημένης μας Μαρίας Τζιρίτα αποτελεί το πέμπτο κατά σειρά δημιούργημά της και κυκλοφορεί όπως και τα προηγούμενα από τις Εκδόσεις Ψυχογιός. Το βιβλίο είναι βασισμένο σε μια αληθινή ιστορία και πρωταγωνίστρια της είναι μια γυναίκα που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ήρωας. Ήρωας στο δύσκολο αγώνα που λέγεται ζωή. Την ιστορία αυτής της γυναίκας λοιπόν ανέλαβε να κάνει βιβλίο η Μαρία Τζιρίτα.

Δε ξέρω ποιο είναι το μυστικό της Μαρίας, μα κάθε φορά που έρχεται η ώρα να διαβάσω την καινούργια ιστορία της, μόνο όμορφα λόγια έχω να πω για αυτήν. Η συγκεκριμένη ιστορία βέβαια μόνο «όμορφη» δεν είναι αφού πραγματεύεται τη ζωή μιας γυναίκας που από τα παιδικά της χρόνια η μοίρα έμελλε να είναι σκληρή μαζί της. Η Μαρία καταφέρνει να αγκιστρώσει τον αναγνώστη και να τον κάνει συνοδοιπόρο στο δύσκολο δρόμο που χαράζει η Αλέκα  καθώς μεγαλώνει. Γίνεται ένα με εκείνη, ζει τις δυσκολίες της, τη δυστυχία της, το παράπονό της, μα μαζί της ξεπερνά τα εμπόδια, νικάει την κακία  και μαθαίνει να αγαπάει και να συγχωρεί.

«Ήταν δέκα ετών η Αλέκα όταν ανακάλυψε την καρτέλα της στην παιδόπολη Καβάλας. Επίθετο δίπλα στο όνομά της δεν υπήρχε. Υπήρχε όμως η λέξη «νόθο» να χαρακτηρίζει την ίδια, και η άγνωστη λέξη «ιερόδουλος» για τη μητέρα της. Εκείνη είχε αφήσει την Αλέκα, έξι χρόνων παιδί, στην παιδόπολη, χωρίς να δώσει ξανά σημεία ζωής, παρά πολλά χρόνια αργότερα. Η Αλέκα πέρασε όλη της τη ζωή παλεύοντας να αποδείξει ότι από αγκάθι βγαίνει ρόδο. Όσο κι αν την πλήγωσαν, όσο κι αν την απέρριψαν, εκείνη είχε πάντα μια χρυσή καρδιά γεμάτη αγάπη για όλους. Ο πατέρας που δε γνώρισε ζούσε πάντα μέσα στην ψυχή της, μαζί με τη λαχτάρα της κάποτε να τον συναντήσει.»

Η Αλέκα είναι πρόσωπο υπαρκτό. Η Μαρία Τζιρίτα, όπως εξομολογείται στον πρόλογο του βιβλίου της, την γνώρισε το καλοκαίρι του 2010 στην πατρίδα της, το Τολό. Από την πρώτη στιγμή κατάλαβε πως αυτή η γυναίκα έκρυβε μέσα της κάτι σπουδαίο, ένα μεγαλείο ψυχής. Η ίδια είχε αναλάβει να γράψει σε ένα τετράδιο την ιστορία της ζωής της και να την αφήσει στα παιδιά της με σκοπό να γνωρίζουν όλα όσα έζησε η μητέρα τους. Είχε δώσει και τίτλο στην ιστορία της. «Η ουρανοκατέβατη» την είχε ονομάσει. Μην έχοντας τη μητέρα της δίπλα της και μη γνωρίζοντας καν τον πατέρα της ένιωθε σαν να είχε πέσει από τον ουρανό, σα να μην ανήκε πουθενά.
Βέβαια διαβάζοντας την ιστορία της η Μαρία έδωσε άλλη εξήγηση σε αυτόν τον τίτλο. Σε έναν διάλογο που είχαν μεταξύ τους όταν πια η Αλέκα είχε εξομολογηθεί τα πάντα στη Μαρία και τον οποίο θα βρείτε στον επίλογο του βιβλίου, εκείνη της είπε :
«Ξέρεις κάτι Αλέκα; Τελικά είχες δίκιο όταν έλεγες πως είσαι ουρανοκατέβατη. Είσαι, πράγματι»
«Μα δε νιώθω έτσι πια! Γιατί το λες αυτό;» ρώτησε παραξενεμένη η Αλέκα.
«Δεν το λέω με την έννοια που το εννοείς εσύ, καλή μου»,  της αποκρίθηκε  κι εκείνη τη στιγμή βρήκε κι αυτή η ίδια την απάντηση στο ερώτημα που βασάνιζε το μυαλό της από τότε που τη γνώρισε : «Είσαι ουρανοκατέβατη γιατί κατέβηκες από τον ουρανό, από κει όπου ζουν οι άγγελοι… Είσαι ένας άγγελος που έπεσε στη γη κατά λάθος, Αλέκα…»

Κι η Αλέκα είναι πράγματι ένας άγγελος αφού όσο κι αν βασανίστηκε, όσο κι αν ταλαιπωρήθηκε και πόνεσε δεν κράτησε ποτέ μέσα της κακία για τίποτα και για κανέναν. Η Αλέκα, μέσα σε αντίξοες συνθήκες, μέσα σε φτώχεια, μοναξιά, εγκατάλειψη και κάθε είδους δυσκολίες, πάλεψε να επιβιώσει και να πραγματοποιήσει όλα της τα όνειρα· ανάμεσα σε αυτά, να ξαναβρεί τον πατέρα της. Κάθε φορά που είχε ένα πρόβλημα, κάποιον φόβο μόνο μια λέξη ξεπεταγόταν αυθόρμητα από τα χείλη της «Μπαμπά μου…» Ποτέ δεν είχε ζητήσει τη μητέρα της, πάντα εκείνον ζητούσε κι ας μην τον είχε γνωρίσει ποτέ. Άραγε κατάφερε τελικά να πραγματοποιήσει το όνειρό της; Κατάφερε να βρει τον πατέρα της;  Φυσικά αυτό δε θα σας το αποκαλύψω, μα θα αφήσω να γνωρίσετε μόνοι σας την ιστορία αυτής της γυναίκας μέσα από το βιβλίο της Μαρίας Τζιρίτα.

Η ιστορία της Αλέκας είναι ένα μάθημα ζωής. Είναι ένα μάθημα αγάπης. Είναι πολύ εύκολο να μισούμε τους άλλους όταν μας κάνουν κακό και μας βλάπτουν. Είναι όμως δύσκολο να τους συγχωρούμε και να μαθαίνουμε να τους αγαπάμε. Κι όμως, παρά τις δυσκολίες τις η Αλέκα κατόρθωσε να νιώθει μόνο αγάπη και τρυφερότητα για όλους, ακόμη και για αυτούς που της στέρησαν το δικό της δικαίωμα να αγαπηθεί και να νιώσει την ευτυχία. Πώς να μην είναι ένας άγγελος λοιπόν που έπεσε κατά λάθος στη γη; Πώς να μην είναι ουρανοκατέβατη;
 
Απόσπασμα του βιβλίου μπορείτε να διαβάσετε εδώ.

Δείτε το βίντεο του βιβλίου.


Η Αλέκα και η Μαρία Τζιρίτα με αφορμή την κυκλοφορία του βιβλίου εμφανίστηκαν στην εκπομπή της Ελένης Μενεγάκη και μίλησαν για όλα. Μπορείτε να παρακολουθήσετε τα όσα είπαν στα παρακάτω βίντεο.
Βίντεο1

Κωνσταντίνα Λαψάτη - "Δημιουργός Συνειδήσεων"

Posted by Τ'όνομά μου Αναστασία in

Έχω καιρό να γράψω εδώ!
Συγχωρέστε με, μα διάφορα γεγονότα με κράτησαν μακριά. Ευτυχώς ευχάριστα γεγονότα! Τόσο ευχάριστα που μόνο μυαλό για γράψιμο δεν είχα...
Παρόλα αυτά σήμερα σας γράφω για να σας γνωστοποιήσω τη δημιουργία ιστολογίου της συγγραφέως Κωνσταντίνας Λαψάτη! Όσοι με παρακολουθείτε, μα μερικοί και από μόνοι σας θα τη γνωρίζετε ήδη.




Θυμάμαι είχα γράψει παλιότερα εδώ για το πρώτο βιβλίο που κυκλοφόρησε "Οι γεύσεις της Νέμεσης" από τις εκδόσεις Ωκεανός! Αργότερα πάλι είχα φιλοξενήσει μια συνέντευξή της για να τη γνωρίσουμε καλύτερα! Είναι στα αλήθεια τρομερός άνθρωπος και χαίρομαι που έχω μια τέτοια αληθινή φίλη!
Η Κωνσταντίνα λοιπόν δημιούργησε το δικό της ιστολόγιο με το όνομα Δημιουργός Συνειδήσεων για να μπορέσουμε να μάθουμε πράγματα γι'αυτή, μα και γι'αυτό που τόσο πολύ αγαπάει να κάνει, να γράφει! Δημιουργός Συνειδήσεων λοιπόν! Νομίζω πως θα μου επιτρέψει να δανειστώ τα όσα λέει στο προφίλ της όπου και εξηγεί το λόγο για τον οποίο διάλεξε αυτό το όνομα :

"Από μικρή θυμάμαι τον εαυτό μου να παίρνει χαρτί και μολύβι και να γράφει ασταμάτητα. Η πρώτη ιστορία που έγραψα πριν από εικοσιπέντε περίπου χρόνια, ήταν μία ιστορία τρόμου, η οποία δυστυχώς χάθηκε. Ακόμα θυμάμαι την κρυψώνα που την είχα τοποθετήσει, ώσπου μία βροχή, έλυωσε τα φύλλα και ό,τι απέμεινε από αυτήν την ιστορία είναι μόνο η ανάμνησή της... Λατρεύω την βροχή, ακόμα κι αν κατέστρεψε την ιστορία μου. Λατρεύω τα βουνά όπου τίποτα δεν συγκρίνεται με την μυρωδιά του αέρα όταν μαστιγώνει τις κορφές τους. Λατρεύω το διάβασμα, όπου μπορώ να πω περήφανα ότι κάνω τα πιο υπέροχα ταξίδια, πηγαίνοντας στην κυριολεξία όπου θέλω. Λατρεύω να γράφω, κάθε ώρα, κάθε στιγμή, κάθε δευτερόλεπτο που περνάει το μυαλό μου τρέχει ιλιγγιωδώς σε ιστορίες που σκαρφίζεται. Μα πάνω απ'όλα λατρεύω να δημιουργώ χαρακτήρες. Να τους κάνω να πονάνε, να γελούν, να ερωτεύονται, να αγαπούν και να μισούν, να τους δημιουργώ και να τους πεθαίνω, να τους ανασταίνω ξανά, να τους κάνω ό,τι θέλω. Όχι συγγραφέας λοιπόν. Εκείνος μόνο γράφει... Δημιουργός Συνειδήσεων... Αυτό ακριβώς είμαι!"

Αν και μόλις δημιούργησε το ιστολόγιο, η Κωνσταντίνα έχει ήδη γράψει για το πρώτο της βιβλίο. Μας ενημερώνει για το επόμενο της μυθιστόρημα που θα κυκλοφορήσει τους πρώτους μήνες του 2012 και τέλος μας ταξιδεύει με μια ιστορία που θα αναρτεί σε συνέχειες και η οποία έχει τον τίτλο "Άψυχος".

Αγαπημένη μου φίλη σου εύχομαι και από εδώ καλή αρχή! 
Όλα να σου πηγαίνουν καλά! 
Στο μονοπάτι της ζωής που διαβαίνεις κάθε σου βήμα να είναι γεμάτο χαμόγελα και ευτυχία!
Σε φιλώ!


Τα ρόδα της σιωπής - Πασχαλία Τραυλού

Posted by Τ'όνομά μου Αναστασία in






Θα μπορούσα να γεμίσω πολλές σελίδες προσπαθώντας να καταγράψω σε αυτές όλα όσα με έκανε να νιώσω, να αισθανθώ κ να «ζήσω» αυτό το υπέροχο μυθιστόρημα, μα δε θα το κάνω… Όχι γιατί δε θέλω, αλλά γιατί νιώθω πως δε μπορώ! Σίγουρα θα σας έχει συμβεί να έχετε αισθανθεί πράγματα, να έχετε βιώσει έντονες συγκινήσεις –ακόμα κ με την ανάγνωση ενός βιβλίου- μα να μη μπορείτε να εκφραστείτε με λέξεις για αυτές. Ναι, θέλω πολλά να πω, μα νομίζω πως αν αρχίσω θα χάσω από μέσα μου όλη τη μαγεία που φύλαξα σε κάποια άκρη της ψυχής μου, ως ανάμνηση αυτού του εξαιρετικού αναγνώσματος.  Θυμάμαι πως έλεγα ότι το πιο όμορφο βιβλίο που έχω διαβάσει είναι το «Ήθελα μόνο ένα αντίο» της Πασχαλίας Τραυλού. Λοιπόν, συνεχίζω με την ίδια συγγραφέα, μα τώρα αγαπημένο μου γίνεται το νέο της μυθιστόρημα που έχει τίτλο «Τα ρόδα της σιωπής» και κυκλοφορεί κι αυτό από τις εκδόσεις Ψυχογιός.

Αυτό που λατρεύω στη συγκεκριμένη συγγραφέα κ το οποίο έχω τονίσει πολλές φορές, δεν είναι μόνο τα όσα γράφει ή μάλλον καλύτερα τα όσα επιλέγει να γράψει, αλλά το πώς τα γράφει. Καταρχήν να πω πως ακόμα κι αν το θέμα του εν λόγω βιβλίου είναι ένας  έρωτας, -θέμα «πολυσυζητημένο» για πολλούς- η συγγραφέας καταφέρνει να το κάνει να μοιάζει ιδιαίτερα μοναδικό.  Κι εδώ είναι που θέλω να σχολιάσω εκείνο το «όσα επιλέγει να γράψει». Όχι, δεν πήρε κανένα ζευγαράκι της απλής καθημερινότητας κ κάθισε να γράψει για τον έρωτά τους, τα προβλήματά τους , το γάμο τους ή τον χωρισμό τους, πράγματα διόλου πρωτότυπα αφού τα διαβάζουμε στα περισσότερα από τα βιβλία που κυκλοφορούν κ που μάλιστα φιγουράρουν κατευθείαν στις πρώτες θέσεις των ευπώλητων. Δεν κατηγορώ τη συγκεκριμένη θεματική, απλώς κουράστηκα να διαβάζω τα ίδια κ τα ίδια. Ναι, για τον έρωτα να μιλήσουμε, για τη χαρά ή τον πόνο που έχει τη δύναμη να προκαλέσει, μα ας το κάνουμε με έναν διαφορετικό τρόπο.  Αυτό είναι η φαντασία, προσόν σημαντικότατο για έναν δημιουργό, να βρίσκει διαρκώς καινούργιους τρόπους να περάσει στον αναγνώστη το εκάστωτε μήνυμά του. Η κα Τραυλού λοιπόν παίρνει έναν Γερμανό και μια Εβραία και μιλάει για τον έρωτα, τον απαγορευμένο έρωτα. Επιλέγει την περίοδο της Κατοχής για να μιλήσει γι’αυτόν. Κι αμέσως αυτός ο έρωτας γίνεται τόσο διαφορετικός. Γιατί με κέντρο αυτή την αγάπη συμβαίνουν ένα σωρό άλλα πράγματα που καταστούν την ιστορία άκρως ενδιαφέρουσα και μοναδική. Η συγγραφέας δεν αφηγείται απλώς μια ιστορία. Επιχειρεί να ρίξει φως σε εκείνη τη σκοτεινή περίοδο που οι Γερμανοί κυριάρχησαν στη χώρα μας. Όχι μόνο μέσω της μυθιστορίας, αλλά κ μέσω πραγματικών γεγονότων. Εγώ για παράδειγμα δεν γνώριζα καθόλου την υπόθεση Μέρτεν κι όμως μέσω ενός μυθιστορήματος –για το οποίο μυθιστόρημα το σκάνδαλο αυτό δρα σαν καταλύτης- έμαθα πολλά γι’αυτή. Να λοιπόν που παίζει πολύ σημαντικό ρόλο το τι επιλέγει ο συγγραφέας να γράψει. Εσείς δεν πιστεύετε πως μια τέτοια ιστορία, η οποία εμπλουτίζει ταυτόχρονα και τις γνώσεις σας στο ένα ή στο άλλο θέμα, είναι πολύ πιο ενδιαφέρουσα από αυτή που αφηγείται απλώς τις περιπέτειες δυο εραστών; ‘Έπειτα στα συν της συγγραφέως να προσθέσω κ το γεγονός πως μπορεί να διαχειρίζεται με απόλυτη μαεστρία την ύπαρξη πολλών πρωτευόντων ρόλων.  Μέσα από μια ιστορία ξεφυτρώνουν κι άλλες μικρότερες κάνοντας το όλο έργο να μοιάζει με ένα πανέμορφο μωσαϊκό αλληλεπιδράσεων κ αλληλεξαρτήσεων που καταστούν το μυθιστόρημα απόλυτα ενδιαφέρον κ κάνουν τον αναγνώστη να αγωνιά για τη συνέχεια.

Όπως όμως τόνισα, δεν είναι μόνο το θέμα, μα και ο τρόπος που ο συγγραφέας περνάει στο χαρτί όλα όσα έχει μέσα του. Αυτό ξεχωρίζω στην Πασχαλία Τραυλού. Πόσο όμορφα γράφει! Μοιάζει να διαβάζεις πεζό ποίημα κάθε φορά που αρχίζεις την ανάγνωση κάποιου μυθιστορήματος της. Είναι έντονα λυρική, κ έχει έναν πλούτο λεξιλογικό κ συναισθηματικό που την κάνουν να μοιάζει παντοδύναμη. Όχι, δε θέλω να πλέξω το εγκώμιο της συγγραφέως - αν κ το αξίζει κ με το παραπάνω-, θέλω απλώς να βγάλω από μέσα μου όλα όσα μου γεννά η ανάγνωση των βιβλίων της. Είναι που μου αρέσει η Ιστορία, είναι που μου αρέσει ο ρομαντισμός  κ η έντονα συναισθηματική αποτύπωση του κάθε τι στο χαρτί. Είναι ίσως γι’αυτόν το λόγο που διάλεξα κι εγώ να γράψω ένα μυθιστόρημα που να αφορά στην Ιστορία και τώρα κάθομαι και παλεύω με τους δαίμονες . Είναι ίσως που κι εγώ με τον ίδιο τρόπο θα ήθελα να γράφω! Δεν τον ζηλεύω αυτόν τον τρόπο, τον θαυμάζω!

Μα δεν είπα τίποτα για την πλοκή αυτού του μυθιστορήματος κι ούτε θα πω…
Δίνω απλά το οπισθόφυλλο και σας προτρέπω, σας προκαλώ να το διαβάσετε! Αξίζει να μάθετε κι εσείς την ιστορία του Καρλ Σβάιτς κ της Άννας! Αξίζει!
«Λάθος, λάθρα, όλεθρος…» Ένα σφάλμα, ένα μυστικό, μια καταστροφή. Το λάθος της Άννας να παντρευτεί τον Λουκά, η κρυφή ενοχή του Καρλ Λούντβιχ, η αμαρτία των γονέων που παίδεψε αδυσώπητα τον Σπύρο, η φυλάκιση που γίνεται λύτρωση... Ο γλύπτης Καρλ Λούντβιχ ανασταίνει τις μνήμες του με τη σμίλη του πάνω στην πέτρα, ξορκίζοντας τον παλιό του εαυτό, τον Καρλ Σβάιτς, εκείνον που έσβησε μέσα στις εικόνες του Άουσβιτς, εκείνον που άφησε ενθύμιο στην αγκαλιά της Άννας. Μια αγαλμάτινη γυναίκα, που δημιουργήθηκε από τα χέρια του καλλιτέχνη, ατενίζει με άδειο βλέμμα το μεταπολεμικό Βερολίνο, ενώ το μοντέλο του αναλογίζεται, στον κήπο με τα ρόδα της σιωπής, τα χαμένα του χρόνια.
Μια ιστορία για όσους κάτω απ’ τη λαίλαπα του Γ’ Ράιχ απέτυχαν να γίνουν «πολεμάνθρωποι» παραμένοντας απλώς άνθρωποι…



Η μοναξιά του Τέσλα

Posted by Τ'όνομά μου Αναστασία in




Ο νους είναι οξυμένος και σε εγρήγορση στην απομόνωση και την αδιατάρακτη μοναξιά. Δεν απαιτείται κανένα μεγάλο εργαστήριο για να σκεφτείς κανείς. Η πρωτοτυπία ανθίζει στην απομόνωση, ελεύθερη από εξωτερικές επιρροές οι οποίες μας επιτίθενται για να σακατέψουν τον δημιουργικό μας νου. Μείνε μόνος, αυτό είναι το μυστικό της ανακάλυψης, μείνε μόνος, τότε είναι που γεννιούνται οι ιδέες.

- Nikola Tesla

Ένα δώρο για 'μένα...

Posted by Τ'όνομά μου Αναστασία in


Σήμερα έχω τα γενέθλια μου!

Ευχαριστώ όλους τους φίλους για τις όμορφες ευχές τους και την αγάπη τους! Δεν υπάρχει πιο γλυκό πράγμα από το να νιώθεις πως γύρω σου υπάρχουν άνθρωποι που σε αγαπάνε πραγματικά και θέλουν την ευτυχία σου, την επιτυχία σου και το χαμόγελο σου! Άνθρωποι που με έναν λόγο –απλά και λιτά- σου εύχονται να είναι η ζωή σου πάντα όπως την έχεις ονειρευτεί!
Τι πιο όμορφο από αυτές τις καρδιακές ευχές; Πείτε μου;
Κι είδατε ποτέ να ευχηθεί κανείς «Σου εύχομαι να κάνεις πολλά λεφτά;», «Να πάρεις πολλά σπίτια και αυτοκίνητα!»; Ποτέ…
Αγάπη, υγεία, ευτυχία και χαμόγελα! Αυτή είναι η πιο όμορφη ευχή! Τόσο λιτή, μα τόσο περιεκτική σε αξία…
Νιώθω λοιπόν χαρούμενη γιατί αυτοί που θέλω να με αγαπούν και τους αγαπώ κι εγώ, έχουν την αγκαλιά τους γεμάτη με τέτοιες όμορφες ευχές για ‘μένα!
Τους ευχαριστώ όλους τόσο πολύ!
Έλαβα ένα όμορφο τραγούδι, δώρο για τα γενέθλια μου, από τη φίλη μου ΚωνσταντίναΛαψάτη! Ήθελα απλώς να το αναρτήσω εδώ για να δηλώσω κι από εδώ ‘μέσα ότι αυτές οι απλές ευχές είναι και οι πιο ουσιώδεις, οι πιο σημαντικές στην καρδιά του κάθε ανθρώπου! Σε ευχαριστώ πολύ Κωνσταντίνα μου!

My Wish By Rascal Flatts

I hope the days come easy and the moments pass slow,
and each road leads you where you wanna go,
and if you're faced with a choice, and you have to choose,
I hope you choose the one that means the most to you.
And if one door opens to another door closed,
I hope you keep on walkin' till you find the window,
if it's cold outside, show the world the warmth of your smile.
But more than anything, more than anything...

My wish, for you, is that this life becomes all that you want it to,
your dreams stay big, your worries stay small,
You never need to carry more than you can hold,
and while you're out there getting where you're getting to,
I hope you know somebody loves you, and wants the same things too,
Yeah, this, is my wish.

I hope you never look back, but you never forget,
all the ones who love you, in the place you left,
I hope you always forgive, and you never regret, and you help somebody every chance you get,
Oh, you find God's grace, in every mistake,
and always give more than you take.
But More than anything, yeah, more than anything...

My wish, for you, is that this life becomes all that you want it to,
your dreams stay big, your worries stay small,
You never need to carry more than you can hold,
and while you're out there getting where you're getting to,
I hope you know somebody loves you, and wants the same things too,
Yeah, this, is my wish. Yeah.

My wish, for you, is that this life becomes all that you want it to,
your dreams stay big, your worries stay small,
You never need to carry more than you can hold,
and while you're out there getting where you're getting to,
I hope you know somebody loves you, and wants the same things too,
Yeah, this, is my wish.




Οι εραστές της γραφής - Πασχαλία Τραυλού

Posted by Τ'όνομά μου Αναστασία in




Το βιβλίο της Πασχαλίας Τραυλού «Οι εραστές της γραφής» κυκλοφόρησε τον Απρίλιο του 2011 από τις εκδόσεις Ψυχογιός. Πρόκειται για ένα εγχείρημα της συγγραφέως να παρακολουθήσει, όπως λέει και η ίδια, τις διεργασίες και τις ζυμώσεις σε ψυχολογικό και νοητικό επίπεδο που λαμβάνουν χώρα κατά τη διαδικασία της δημιουργικής γραφής. Μέσα από αυτήν της την προσπάθεια επιχειρεί να κατανοήσει περισσότερο τους λόγους για τους οποίους η ίδια, αλλά και άλλοι ομότεχνοί της, παραδίδονται άνευ όρων σε αυτόν τον «έρωτα» που λέγεται γραφή. Γιατί περί έρωτος πρόκειται…
Κι οι συγγραφείς είναι οι εραστές της…

Έχω διαβάσει κι άλλα βιβλία που προσπαθούν να αποτυπώσουν τις ιδέες και την αντίληψη του συγγραφέα γύρω από το ζήτημα «γράφω». Το βιβλίο της Πασχαλίας Τραυλού όμως υπήρξε το μόνο με το οποίο ταυτίστηκα ολοκληρωτικά. Κι όταν λέω ολοκληρωτικά το εννοώ. Είχα την εντύπωση πως την κάθε λέξη, την κάθε πρόταση, την κάθε σελίδα, με τις όποιες ιδέες και συναισθήματα συνόδευαν αυτές, είχαν γραφτεί από το δικό μου χέρι. Ήταν λες κι έβλεπα μπροστά μου τις δικές μου σκέψεις αραδιασμένες στις λευκές σελίδες του βιβλίου. Ένα συναίσθημα που δεν μπορώ να το περιγράψω με λέξεις.

Έχω μια συνήθεια. Κάθε φορά που διαβάζω ένα καινούργιο βιβλίο κάθομαι κι υπογραμμίζω λέξεις και φράσεις που θέλω να θυμάμαι κι ύστερα τις καθαρογράφω σε ένα τετράδιο. Ε λοιπόν σε αυτό το βιβλίο δεν μπόρεσα να το κάνω γιατί απλώς η κάθε φράση, η κάθε παράγραφος ήθελε υπογράμμιση. Νομίζω λοιπόν πως θα χρειαστώ πολλά τετράδια για να καταγράψω σε αυτά όλα τα σημαντικά σημεία του εν λόγω βιβλίου.

Σε παλιότερή μου ανάρτηση που αφορούσε στο θέμα της γραφής είχα κλείσει το κείμενο μου λέγοντας : Ζω για να γράφω.
Την ίδια ακριβώς φράση βρήκα στο βιβλίο της κας Τραυλού.
«Οι εραστές της γραφής δε βιώνουν τη δημιουργική διαδικασία ως εμβόλιμη απασχόληση στη ροή της ζωής τους. Ζουν για να γράφουν. Δε ζουν αν δε γράφουν…»

Αν σας αρέσει να γράφετε δεν έχετε παρά να το διαβάσετε. Θα διαπιστώσετε και μόνοι σας ότι τελικά δεν είστε οι μόνοι που νιώθετε όλα όσα νιώθετε στην προσπάθεια σας να γράψετε. Είναι πολλοί εκείνοι που κουβαλούν τον ίδιο πόθο, την ίδια αγωνία, το ίδιο άγχος, πόνο, φόβο, λατρεία, ψύχωση και τόσα μα τόσα άλλα συναισθήματα που μου είναι αδύνατον να απαριθμήσω εδώ.


Περιεχόμενα του βιβλίου
-Οι εραστές της γραφής
-Πανδαμάτωρ όλων ο χρόνος
-Οι συγκυρίες του «έρωτα»
-Σιωπή αιώνων
-Έρωτας για τη λέξη ή για την ιδέα;
-Τα αμέτρητα κουστούμια μιας ιδέας
-Ο συνειρμός ως αίτιο έμπνευσης και ως μέσο εξέλιξης της εκφραστικής διαδικασίας
-Η διχογνωμία ως προς την αυθόρμητη καταγραφή της καλλιτεχνικής αντίδρασης στο ερέθισμα και την επιμελή επεξεργασία του λογοτεχνικού έργου
-Ψέματα και αλήθειες. Αναλαμπή και αναζήτηση.
Το πρόσωπο και το προσωπείο του συγγραφέα – λογοτέχνη
-Ενώπιος ενωπίω με την τελεία του τέλους
-Αντίκρυ στον καθρέφτη
Α’ Αυτοκριτική και αυτοαναίρεση
Β’ Η ώρα της κρίσης  

Στο οπισθόφυλλο διαβάζουμε :

Εραστής της γραφής είναι αυτός που περπατάει συνομιλώντας με τον ήρωά του, εκείνος που κρατάει συνεχώς σημειώσεις στο κουτί των τσιγάρων του, εκείνος που, ατενίζοντας τον ορίζοντα, βλέπει όχι ό,τι υπάρχει στην ευθεία των ματιών του, αλλά ό,τι εκτυλίσσεται στα άδυτα της ψυχής του.

Τα ψέματα και οι αλήθειες, τα προσωπεία των ηρώων και των δημιουργών, οι συνειρμοί και τα σύμβολα, οι πληγές και τα οράματα, το φως και το σκότος, οι ιδέες που γίνονται λέξεις και οι λέξεις που φιλοτεχνούν «κουστούμια» ιδεών παίρνουν μια θέση στη χορεία αυτών των στοχασμών, προκειμένου να δώσουν κάποια εξήγηση για τον μεγαλειώδη όσο και ψυχοφθόρο έρωτα της γραφής.

Μια χαρτογράφηση των σκοπέλων της δημιουργικής διαδικασίας. Ένα οδοιπορικό στην ψυχή του εραστή της γραφής.  


Συνέντευξη της Πασχαλίας Τραυλού στο ραδιοφωνικό σταθμό Mood Radio (Ιούνιος 2011) για το βιβλίο της «Οι εραστές της γραφής» αλλά και το νέο της μυθιστόρημα «Τα ρόδα της σιωπής» που μόλις κυκλοφόρησε (Σεπτέμβριος 2011).

Βράδυ στερνό των αναμνήσεων

Posted by Τ'όνομά μου Αναστασία in

Το παρόν κείμενο αποτελεί αναδημοσίευση. Το είχα αναρτήσει και παλιότερα, μα δεν υπάρχει πια στο αρχειο. Το δημοσιεύω λοιπόν εκ νέου.




 Σε ένα ορεινό χωριό, Δεκέμβριος του 1997

Σε λίγο θα ξημέρωναν Χριστούγεννα. Ξαπλωμένη στο κρεβάτι της, προσπαθούσε ώρες τώρα να αποκοιμηθεί, μα ο Μορφέας φαινόταν να μη διανυκτερεύει εκείνο το ψυχρό χειμωνιάτικο βράδυ. Μοναδικός της εραστής εδώ και χρόνια, είχε αργήσει να φανεί. Δεν ήταν εκεί να την τυλίξει στην αγκαλιά του, να τη νανουρίσει, να την κάνει να του παραδοθεί. Ακόμα και αυτός την είχε απαρνηθεί απόψε. Ακόμα και αυτός, την είχε αφήσει μονάχη της…
Σηκώθηκε με κόπο από το κρεβάτι και τύλιξε τους μαζεμένους ώμους της στο χοντρό μαύρο σάλι για να μην κρυώνει. Ίσως με αυτό να μπορούσε να ζεστάνει για λίγο και την παγωνιά της καρδιά της, σκέφτηκε με παράπονο. Πλησίασε με αργά βήματα το μικρό παράθυρο που βρισκόταν στην άκρη του σκοτεινού δωματίου και στάθηκε να παρατηρεί το σκοτάδι μήπως και ανακάλυπτε ένα μικρό σημάδι ζωής σε εκείνο το απομονωμένο τοπίο. Μα μόνο οι λευκές νιφάδες του χιονιού που ξεγλιστρούσαν με χάρη από την αγκαλιά του μαύρου ουρανού έμοιαζαν να έχουν ζωή. Και τώρα ελεύθερες έτσι όπως στροβιλίζονταν, φάνταζαν με μπαλαρίνες που χόρευαν στο ρυθμό του δυνατού ανέμου που φυσούσε σχεδόν με μανία. Πόσο θα ήθελε να ήταν και εκείνη μια μικρή νιφάδα χιονιού. Να ζούσε μόνο όσο διαρκεί το σύντομο ταξίδι της από τον ουρανό μέχρι τη γη και μετά να έλιωνε, να χανόταν, να εξαφανιζόταν για πάντα...Δεν θα την πείραζε που θα αντίκριζε τον κόσμο έστω για λίγα μόνο λεπτά. Θα ήταν ευτυχισμένη γιατί θα ζούσε ανέμελη, ελεύθερη, χωρίς έγνοιες και σκοτούρες. Και δε θα ένιωθε ποτέ μόνη της αφού δίπλα της, στο ίδιο ταξίδι, θα τη συντρόφευαν -πάντα πιστά- οι υπόλοιπες όμοιες της.
Άναψε το μικρό πορτατίφ που βρισκόταν δίπλα της και ένα ζεστό φως πλημμύρισε το δωμάτιο. Δίπλα του ακριβώς, σκεπασμένο με ένα λευκό σεμέν κρυβόταν χρόνια τώρα ένα μικρό ξύλινο κουτί. Πόσα χρόνια είχε να το ανοίξει; αναρωτήθηκε. Εκεί μέσα ήταν κλειδωμένο όλο της το παρελθόν. Το κρατούσε καλά σφραγισμένο για να μη θυμάται. Την πονούσε πολύ να θυμάται. Μα απόψε κάτι είχε νιώσει να την καλεί πίσω σε αυτό, στα χρόνια της χαμένης της νιότης. Το κράτησε για λίγο με στοργή στα τρεμάμενα χέρια της και έπειτα το άνοιξε. Πάνω πάνω αντίκρισε, ένα ξερό λευκό τριαντάφυλλο και δίπλα του ένα χρυσό σταυρό, δώρα της πρώτης της αγάπης. Της μοναδικής αγάπης που είχε ποτέ στη ζωή της. Ακριβώς από κάτω, μια ασπρόμαυρη φωτογραφία απεικόνιζε έναν νεαρό άντρα ντυμένο στρατιώτη. Δάκρυα πλημμύρισαν τα μάτια της και ένας πνιχτός λυγμός ξέφυγε από το στήθος της. Την λάτρευε αυτή τη φωτογραφία και ταυτόχρονα την μισούσε όσο τίποτα άλλο στον κόσμο. Μπορούσε σε αυτή να αντικρίσει τον μοναδικό άντρα που αγάπησε σε όλη της ζωή και παράλληλα να θυμάται τον πόλεμο που της τον πήρε τόσο γρήγορα από κοντά της. Εκείνον τον καταραμένο αδελφοκτόνο αλληλοσπαραγμό που σημάδεψε για πάντα τη ζωή της και την άφησε διαλυμένη να θρηνεί το χαμό του αγαπημένου της. Στο πίσω μέρος της, αναγνώρισε το γραφικό του χαρακτήρα :


Δε φοβάμαι τον πόλεμο!
Φοβάμαι μόνο μην δεν μπορέσω να αντικρίσω ξανά τα μάτια σου!
Φοβάμαι μόνο μην δε μπορέσω να γευτώ ξανά το φιλί σου!
Φοβάμαι…

Σε αγαπώ! Για πάντα δικός σου!
Γράμμος, 15 Αυγούστου του 1949


Oι λυγμοί της έγιναν τώρα πιο έντονοι. Ένιωσε να την πνίγουν καθώς σφήνωναν στο λαιμό της. Αισθάνθηκε την ανάσα της να κόβεται και με δυσκολία πια μπορούσε να αναπνεύσει. Προσπάθησε να συνέλθει και κρατώντας την κιτρινισμένη φωτογραφία πήγε πάλι προς το κρεβάτι της.
Άφησε το σάλι να γλιστρήσει στην παλιά καφέ ξεφτισμένη πολυθρόνα που βρισκόταν δίπλα της και ξάπλωσε πάλι στο σκληρό της στρώμα, μήπως κατάφερνε τελικά να αποκοιμηθεί. Τα γερασμένα της δάχτυλα χάιδεψαν για άλλη μια φορά το νεαρό πρόσωπο της φωτογραφίας και ταξίδεψαν αργά ως τα χείλη του όμορφου άντρα. Πόσα ταξίδια της είχαν χαρίσει εκείνα τα μεταξένια χείλη, σκέφτηκε αγγίζοντας τα. Ταξίδια χωρίς επιστροφή, σε τόπους μαγεμένους, σε τόπους ονειρικούς που έκαναν την ψυχή της να βγάζει φτερά και να πετάει στα σύννεφα πλημμυρισμένη από ευτυχία. Διαδρομές ενός φλογερού πάθους που έκαναν το κορμί της να ανατριχιάζει και να παίρνει φωτιά από την ηδονή. Ας ήταν εδώ να τα φιλήσει μία ακόμα φορά, ευχήθηκε γεμάτη νοσταλγία και ακούμπησε το ζαρωμένο της στόμα στα χάρτινα χείλη του για να του χαρίσει το τελευταίο της φιλί. Και το ένιωσε τούτο το στερνό φιλί τους. Μα αυτή τη φορά δεν ήταν γλυκό όπως εκείνα που είχαν δώσει τόσες και τόσες φορές. Αυτή τη φορά έμοιαζε να στάζει δάκρυα, να κομματιάζεται, να τσακίζεται από τον πόνο του χωρισμού, την πίκρα της τελευταίας αντάμωσης.
Έκλεισε ελαφρά τα βλέφαρά της και κράτησε σφιχτά στο στήθος της την φθαρμένη φωτογραφία του αγαπημένου της. Την ακούμπησε πάνω στην γερασμένη της καρδιά και μια δυνατή μαχαιριά αισθάνθηκε να της τρυπάει τα σωθικά. Άκουσε τους χτύπους της καρδιάς της να πηγαίνουν πιο γρήγορα όπως τότε που τον είχε αντικρίσει για πρώτη φορά. Μα πως ήταν δυνατόν να τον ξεχάσει; Τον είχε αναγνωρίσει αμέσως. Σαν να μην είχε περάσει ούτε μια μέρα από τότε που οι δρόμοι τους χώρισαν για πάντα.
«Καλωσόρισες στο σπίτι σου αγάπη μου!» του είπε ψιθυριστά λες και ήταν δίπλα της να την ακούσει. Πράγματι, σπίτι του ήταν η καρδιά της και εκείνος ο μοναδικός κάτοικος του. Όταν όμως έφυγε από κοντά της, τούτο το σπίτι ερήμωσε, κλείδωσε τις πόρτες του, σφράγισε τα παραθύρια του και έμεινε άδειο και βουβό να νοσταλγεί το χαμένο παράδεισο της αγάπης τους.
Εικόνες άρχισαν να κατακλύζουν το μυαλό της και σαν όνειρο πέρασαν από μπροστά της εκείνα τα πρώτα αξέχαστα λεπτά της γνωριμίας τους. Ήταν και τότε Παραμονές Χριστουγέννων, του έτους 1948. Εκείνο το απόγευμα χιόνιζε πολύ και το κρύο ήταν τσουχτερό. Κανείς δεν τολμούσε να κυκλοφορήσει στους δρόμους με τέτοια παγωνιά. Η αγορά ήταν έρημη, τα καφενεία άδεια και μόνο κάποια θαρραλέα παιδιά που αψηφούσαν το κρύο έτρεχαν από δω και από κει γελώντας και παίζοντας χιονοπόλεμο. Οι περισσότεροι είχαν προτιμήσει τη ζεστασιά των σπιτιών τους. Θα μαζεύονταν όλοι γύρω από το τζάκι, θα έλεγαν ιστορίες, θα αστειεύονταν και αργότερα όταν θα βράδιαζε, θα έτρωγαν παρέα καθισμένοι με τις οικογένειες τους γύρω από το γιορτινό τραπέζι. Εκείνη όμως δεν φάνηκε να υπολογίζει τη ψύχρα. Ήθελε να βγει για λίγο έξω να περπατήσει, να απολαύσει το κάτασπρο τοπίο και να αναπνεύσει τον παγωμένο αέρα.
Περπάτησε για ώρα και έφτασε στη μεγάλη πλατεία του χωριού. Στη μέση ακριβώς δέσποζε το πελώριο χριστουγεννιάτικο έλατο στολισμένο λιτά με κόκκινους και λευκούς φιόγκους. Κανείς δεν ήταν τριγύρω και στάθηκε μονάχη της να το χαζεύει καθώς οι χοντρές νιφάδες του χιονιού χάιδευαν με χάρη τα πράσινα κλαδιά του, όμοια με χέρια που ψάχνουν απεγνωσμένα μια αγκαλιά. Αλλά καθώς το παρατηρούσε βυθισμένη μέσα στις σκέψεις της, ένας νεαρός άντρας ξεπρόβαλε στο πλάι του. Προσπάθησε να τον διακρίνει μα η δυνατή χιονοθύελλα την εμπόδισε. Έκανε ένα βήμα μπροστά και τότε τον αναγνώρισε. Ήταν εκείνος…Ο ίδιος όμορφος άντρας που είχε δει κάμποσες φορές τον τελευταίο καιρό να στέκεται μονάχος του εδώ στην πλατεία. Είχε προλάβει να δει τα θλιμμένα του μάτια που έμοιαζαν να σκοτεινιάζουν ακόμα περισσότερο κάθε φορά που το βλέμμα του αντίκριζε το δικό της. Ποτέ δεν είχε δει πιο όμορφα μάτια στη ζωή της. Έμοιαζαν με δυο πελώριες φουρτουνιασμένες θάλασσες και εκείνη με καράβι που λίγο ακόμα ήθελε να το πνίξουν και να το τραβήξουν στον σκοτεινό βυθό τους. Δεν ήταν λίγες οι φορές που είχε αισθανθεί το κοίταγμα του να είναι κολλημένο πάνω της, να την ακολουθεί σε κάθε της βήμα. Μα κάθε φορά που έστρεφε το πρόσωπο της προς το μέρος του ένιωθε τα μάτια του να πετούν σπίθες, έτοιμες να την κάψουν. Ποτέ δεν είχαν τολμήσει να πούνε μια λέξη τόσο καιρό. Στέκονταν αμίλητοι και ασάλευτοι να παρατηρούν ο ένας τον άλλον φοβούμενοι μήπως η παραμικρή τους κίνηση κατέστρεφε τη μαγεία που τους είχε τυλίξει.
Εκείνος έστρεψε το βλέμμα του προς το μέρος της και ένα ελαφρύ γοητευτικό χαμόγελο σχηματίστηκε στις άκρες των χειλιών του. Και ξαφνικά, για πρώτη φορά άρχισε να περπατάει και να έρχεται προς το μέρος της. Στάθηκε μόλις λίγα εκατοστά απέναντι της και συνέχισε να την παρατηρεί με εκείνο το βλέμμα που την έκανε να αισθάνεται πως θα λιποθυμήσει. Άπλωσε τα δυο του χέρια και χάιδεψε τα κόκκινα από το κρύο μάγουλα της. Η καρδιά της χτυπούσε σαν τρελή και νόμιζε πως σε λίγο θα ξεπηδούσε από το στήθος της. Και τότε, μέσα σε εκείνο το έρημο κατάλευκο τοπίο, κάτω από το χριστουγεννιάτικο έλατο, έσκυψε και ακούμπησε τα καυτά του χείλη πάνω στα δικά της. Στην αρχή ήρεμα, τρυφερά, γεμάτος δισταγμό για την αντίδραση που θα είχε το νεαρό κορίτσι. Στη συνέχεια όμως, βλέποντας πως και εκείνη ανταποκρινόταν με την ίδια θέρμη, το φιλί του έγινε πιο έντονο , πιο ορμητικό, σχεδόν βίαιο. Ξεχείλιζε από ένταση μαρτυρώντας τα θυελλώδη συναισθήματα που θρόνιαζαν στην καρδιά του. Τα χείλη του ταξίδεψαν από το στόμα της στο λαιμό της και ένιωσε την ζεστή ανάσα του να την ζεματίζει.
«Σε θέλω…» της ψιθύρισε στο αυτί της με την ανάσα του βαριά και ξέπνοη.
«Σε θέλω από την πρώτη στιγμή που σε είδα….Κάθε ώρα και κάθε λεπτό σε θέλω περισσότερο. Έρχομαι εδώ κάθε μέρα την ίδια ώρα με την ελπίδα ότι θα σε συναντήσω ξανά. Δε μπορώ να σε βγάλω από το μυαλό μου… Πώς σε λένε;» τη ρώτησε και σήκωσε τα μάτια του να κοιτάξει τα δικά της.
«Χριστίνα… Εσένα;» του απάντησε σαστισμένη με τα μάτια της γεμάτα ερωτηματικά για αυτό που μόλις είχε συμβεί. Δε μπορεί να ήταν αλήθεια αυτό που είχε ζήσει. Ήταν σίγουρη πως έβλεπε κάποιο όνειρο και πως σε λίγο θα ξυπνούσε απογοητευμένη αντικρίζοντας την σκληρή και επώδυνη πραγματικότητα.
«Αλέξανδρο.» της είπε και έγειρε να την φιλήσει ακόμα μια φορά κρατώντας την σφιχτά μέσα στην αγκαλιά του. Αυτή τη φορά το φιλί τους ήταν καυτό, πλημμυρισμένο με πάθος, μεθυσμένο από τον έρωτα που ένιωθαν ο ένας για τον άλλο. Αυτή τη φορά το φιλί τους ήταν υπόσχεση πως η αγάπη τους θα κρατούσε για πάντα. Και έμειναν αγκαλιασμένοι για ώρα κάτω από το χριστουγεννιάτικο έλατο, μοναδικό μάρτυρα του αιώνιου όρκου τους.
Μα ξαφνικά όλα χάθηκαν. Το όνειρο έσβησε απότομα και με μιας βρέθηκε πάλι πίσω σε τούτο το φτωχικό δωμάτιο. Κρύωνε πολύ μα δεν τράβηξε τη μάλλινη και από τα χρόνια φθαρμένη κουβέρτα να σκεπαστεί. Άρχισε να τρέμει και ένα ρίγος την διαπέρασε σε όλο της κορμί. Και τότε το κατάλαβε…Το ένιωσε…Ερχόταν σιγά-σιγά…Την πλησίαζε βήμα-βήμα…Ήταν τόσο κοντά… Τα έχασε. Δεν ήξερε τι έπρεπε να κάνει. Να φοβάται; Να χαίρεται; Σταμάτησε να σκέφτεται και άφησε ελεύθερη την ψυχή της να το νιώσει καθώς την κατέκλυζε από άκρη σε άκρη.
«Επιτέλους… έρχομαι κοντά σου αγαπημένε μου!» ψέλλισε με μια αδύναμη φωνή που μόλις που πρόλαβε να βγει από τα χείλη της. Ένα τελευταίο δάκρυ κύλησε από τα μάτια της αργά, βασανιστικά, σαν τα χρόνια που είχαν περάσει χωρίς εκείνον στο πλάι της και χάραξε ανεξίτηλα το μάγουλό της. Κι έτσι, ξαπλωμένη μονάχη στο σκληρό της στρώμα, κρατώντας σφιχτά πάνω στο στήθος της τον αγαπημένο της άφησε την τελευταία της πνοή.