26 Φεβρουαρίου 2010

Ἄνδρα μοι ἔννεπε, Μοῦσα…





Ἄνδρα μοι ἔννεπε, Μοῦσα…
Τον ώριο, τον πανέμνοστο
Ληστή της άδολης καρδιάς
Διαρρήκτη του μυαλού μου
Τον συλητή της αγκαλιάς
και κλέφτη του φιλιού μου

Τραγούδησε μου…
Πες μου γι’αυτόν …
Ποιό είναι τ’όνομά του;
Άνθρωπος είναι ή Θεός;
Ασύγκριτη η ομορφιά του…

Μην είναι πλάσμα ξωτικό;
Μην είναι θαύμα θείο;
Ποτέ μου δε συνάντησα
Πρόσωπο σαν κι αυτό…

Άξαφνα φάνηκε μπροστά μου
Σαν αερικό ξεγλίστρησε κοντά μου
Τα μάτια του όμοια με φωτιά
Έκαψαν τα δικά μου

Ήρθε και περπάτησε
στο δρόμο που διαβαίνω
Τα χνάρια μου ήρθε και άγγιξε
Για να βρει που πηγαίνω


Ακόλουθος μου έγινε
Για να με συναντήσει
Και το ζεστό του το φιλί
Στα χείλη μου ν’αφήσει
Και τώρα τίποτα άλλο δε ζητώ
Μονάχα να τον ξαναδώ
Το πάθος του να νιώσω
Στα θέλω του να ενδώσω

Ω Μούσα μου εσύ!
Τραγούδησε γι’αυτόν!
Φανέρωσε τον!

Ηχώ και Νάρκισσος

- Ποια είσαι εσύ που γελάς και κλαις μέσα στα φύλλα?
- Αχ μείνε!
- Αν σ' αρέσει η φωνή μου..
- ...........
-Χα χα χα..μιλάω..
- Χα χα χα...γελάω..
- Μα ποια είσαι?
- Ποιος είσαι?
- Με λένε Νάρκισσο. Νάρκισσο Μοναχό
- Κι εμένα Ηχώ..
- Είσ' όμορφη?
- Όμορφη..
- Ήθελα να δω τα μάτια σου
- Αχ τα μάτια σου..
- Τα χείλια σου
- Αχ τα χείλια σου..
- Πως το πες τ' όνομά σου?
- Τ' όνομά σου..
- Είπα Νάρκισσος
- Α, Νάρκισσος..
- Δεν είναι και τόσο όμορφο όνομα..
- Αχ, όμορφο όνομα..
- Λίγο φτωχό
- Εμένα Ηχώ..
- Θέλω να σε ρωτήσω Ηχώ
αν περνάει η στράτα εδώθε..
- Εδώθε..
- και που θα φτάσω αν την πάρω απ' εδώ να?
- Πουθενά..
- Πουθενά?
- Πουθενά
- Παράξενο. Τρεις μέρες περπατάω
και τώρα εσύ μου λες
πως σταματάει η στράτα
και πως άλλο δεν μπορώ να πάω?
- Εγώ σ' αγαπάω..
Είπες μ' αγαπάς?
- Μ' αγαπάς?
- Δεν είπα τέτοιο πράγμα εγώ
- Το πα εγώ!..
- Και που με ξέρεις? Εγώ δε σε ξέρω..
- Εγώ σε ξέρω!
- Εγώ σε ξέρω μοναχά απ' τη φωνή σου
- Άκουσα στα λαγκάδια τη φωνή σου..
- Χθες το βράδυ τραγούδισα μακρυά στις φτέρες
- Σ' άκουσα στις φτέρες..
- Είμαι πολύ λυπημένος..
- Λυπημένος?..
- Θέλω να βρω κάτι που να τ' αγαπάω..
- Εγώ το βρήκα..σ' αγαπάω..
- Κανείς δεν νοιώθει μέσα μου τι νοιώθω
- Εγώ σε νοιώθω..
- Ό,τι αγάπησα ως τώρα, το παράτησα. Το πιστεύεις?
Κράτησε τόσο λίγο. Τόσο λίγο!
- Τόσο λίγο..
- Έχω ένα μικρό δαίμονα μέσα μου
που τα γκρεμίζει όλα, σε μια στιγμή.
Ό,τι αγαπάω φτερουγίζει και φεύγει.
Ότι αγγίζω χάνεται. Γι αυτό τραγουδάω τη νύχτα...
- Σ' άκουσα τη νύχτα..
- ...θλιμμένα..
- Αχ να τραγούδαγες για μένα..
- Γι αυτό περπατάω τη μέρα,
μέχρι να λυθούν τα γόνατά μου
και να πέσω καταγής.
- Αχ να σ' αγκάλιαζα στη Γης..
- Η πρώτη μου αγάπη ήταν ένα πουλί.
Μα σαν έμαθα το τραγούδι του το βαρέθηκα.
Ύστερα αγάπησα μιαν όμορφη
που η ομορφιά της μάραινε τα λουλούδια.
Μα σαν έγινε δικιά μου τη βαρέθηκα.
Έπειτα αγάπησα τα όμορφα λόγια,
τα νυχτιάτικα τραγούδια και τις κρυφές σκέψεις.
Μα κι εκείνα γρήγορα τα βαρέθηκα.
Πέρασα πάνω απ' όλα,
καλπάζοντας σαν να μουνα καβάλα,
πάνω σ' ένα μανιασμένο άσπρο άλογο
που όλο έτρεχε και πουθενά δε στεκόταν,
να πάρω λίγη ανάσα και να βρω λίγη χαρά!
- Δεν υπάρχει χαρά..
- Αλλοίμονο αν δεν υπάρχει χαρά για μένα..
- Ούτε για μένα..
- Γιατί όταν γελάω γελάς και όταν κλαίω κλαις?
- Πονάω όταν κλαις..
- Παράξενα εσύ συμπονάς τον ξένο πόνο..
- Πες μου τι χρώμα έχουν τα μάτια σου και τα μαλλιά σου?
- Σαν τα δικά σου..
- Κι η φωνή σου?
- Σαν τη δική σου..
- Εγώ δεν έχω ταίρι στον κόσμο να μου μοιάζει..
Με λένε Νάρκισσο. Νάρκισσο Μοναχό.
- Κι εμένα Ηχώ..
Αγαπημένο μου απόσπασμα. Μπορείτε να το ακούσετε από τους Ε.Λαμπέτη και Δ.Χόρν

25 Φεβρουαρίου 2010

Λαβύρινθος

Αν κάτι γυρεύω σε τούτο τον κόσμο
είναι μιαν άκρη να βρω
καθώς διαβαίνω
τον λαβύρινθο της ύπαρξης του
Κάποτε βρίσκω τον δρόμο
μα γρήγορα πάλι τον χάνω
Αδιέξοδα υψώνονται σαν τείχη μπροστά μου
Δύσκολο να τα προσπεράσω...
Κι έξω δεν είναι κανείς
να μου δείξει το δρόμο
Μιαν Αριάδνη ζητάω κι εγώ
σαν άλλος Θησέας
ένα κουβάρι κλωστής να μου δώσει
για να βρω μια πορεία
Μα έξω δεν είναι κανείς...
Μονάχη μου γυρίζω τριγύρω
βρισκόμενη ξανά και ξανά
στο ίδιο σημείο...
Στάσιμη...
Χωρίς επιλογή...
Ποιό μονοπάτι τώρα να διαλέξω;

Έναστρη Νύχτα


Τι να την κάνω την ηλιοβολιά



όταν μέσα στο νύχτωμα μπορώ να δω τη φέξη;

Να μου προσφέρει τί το φως

όταν μεσ’το σκοτάδι μπορώ τον ήλιο να αισθανθώ;

Χιλιάδες άστρα γέμισεν ο ουρανός

κι η Νύχτα ντύθηκεν Ημέρα


Κι εγώ δε φεύγω από ‘δω

Ψάχνω τον Όρος και τον Ρα να αντικρίσω

Ψάχνω εσένα

“Θεέ!” που στο πέρας σου γέμισες φως το απόβραδό μου…

23 Φεβρουαρίου 2010

Το φιλί κ το δάκρυ...


Κρατώ σφιχτά στα δυο μου χέρια
Ένα σου πικρό φιλί κ ένα μου δάκρυΜοναδικά κειμήλια εκείνης της αγάπης
Της «παντοτινής»…
Έτσι την έλεγες…
Είναι τα μόνα που άφησες για να θυμάμαι…

Τα έχω μπροστά μου τώρα εδώ και με κοιτάζουν
Νιώθω το βλέμμα τους
Αδιάκριτα με διαπερνά…

Και το φιλί ζωντάνεψε κ μου κάψε τα χείλη
Μύρισα την ανάσα σου
Ένιωσα την αγάπη σου…

Μα έφυγες…

Κι έτσι το δάκρυ ξύπνησε
Έβρεξε τα μάγουλα μου
Ήρθε και μου θύμησε
Πως τώρα πια είσαι πολύ μακριά μου…

22 Φεβρουαρίου 2010

Τι νέοι που φτάσαμεν εδώ...


Τι νέοι που φτάσαμεν εδώ, στο έρμο νησί, στο χείλος
του κόσμου, δώθε απ' τ' όνειρο και κείθε απ' τη γη!
Όταν απομακρύνθηκεν ο τελευταίος μας φίλος,
ήρθαμε αγάλι σέρνοντας την αιώνια πληγή.
Με μάτι βλέπουμε αδειανό, με βήμα τσακισμένο
τον ίδιο δρόμο παίρνουμε καθένας μοναχός,
νοιώθουμε τ' άρρωστο κορμί, που εβάρυνε, σαν ξένο,
υπόκωφος από μακριά η φωνή μας φτάνει αχός.
Η ζωή διαβαίνει, πέρα στον ορίζοντα σειρήνα,
μα θάνατο, καθημερνό θάνατο, με χολή
μόνο, για μας η ζωή θα φέρει, όσο αν γελά η αχτίνα
του ήλιου και οι αύρες πνέουνε. Κι είμαστε νέοι, πολύ
νέοι, και μας άφησεν εδώ, μια νύχτα, σ' ένα βράχο,
το πλοίο που τώρα χάνεται στου απείρου την καρδιά,
χάνεται και ρωτιόμαστε τι να 'χουμε, τι να 'χω,
που σβήνουμε όλοι, φεύγουμ' έτσι νέοι, σχεδόν παιδιά!





Κώστας Καρυωτάκης







Αφιερωμένο...

Τα ξημερώματα της Κυριακής τρεις φίλοι μας είχαν ένα ατύχημα που δυστυχώς είχε ως αποτέλεσμα το θάνατο του ενός. Γράφω λοιπόν τις λίγες αυτές γραμμές τόσο για το παιδί που έφυγε αλλά και για τον κολλητό μας -οδηγό του αυτοκινήτου- που αυτή την ώρα πονάει πιο πολύ απ'όλους...


Θυμάμαι μόνο τον τρομακτικό ήχο που έκαναν τα λάστιχα καθώς γλιστρούσαν πάνω στην άσφαλτο. Έχασα τον έλεγχο του αυτοκινήτου κι εκείνο ακολούθησε μια ανεξέλεγκτη πορεία στο άγνωστο. Δεν πρόλαβα να κάνω τίποτα…

Και μετά σκοτάδι…

Και μετά ξύπνησα. Προσπάθησα να καταλάβω τι είχε συμβεί. Ξημερώματα Κυριακής γυρνούσαμε από εκείνο το νυχτερινό μαγαζί. Είχαμε πιει κ μπήκαμε στο αυτοκίνητο μου να γυρίσουμε. Εμείς, οι τρεις κολλητοί. Από παιδιά μαζί. Εγώ κι εσείς τα δυο αδέρφια.
Τρέχαμε. Τι τρέλα κι αυτή; Έτρεχα. Εγώ έτρεχα. Εγώ ήμουν οδηγός. Και ξαφνικά….

Εκείνο το σκοτάδι…

«Οι φίλοι μου… Που είναι οι φίλοι μου; Θέλω να δω τα παιδιά…»
Σηκώθηκα από το κρεβάτι μου για να έρθω να σας βρω. Ούτε μια γρατζουνιά δεν είχα… Άραγε εσείς;
Βγήκα στον διάδρομο και είδα τον έναν από εσάς με σκυμμένο κεφάλι και μάτια γεμάτα δάκρυα.
Και κατάλαβα…
Στάθηκα μπροστά του να τον κοιτάζω μη μπορώντας να βγάλω λέξη.

«Τι να σου πω… Τι να πω τώρα;» του είπα κοιτώντας τον μέσα σε ‘κείνα τα πλημμυρισμένα μάτια.

Καμιά απάντηση.

Κενό.

«Σε σκότωσα. Σκότωσα τον καλύτερο μου φίλο»
«Όχι δεν με σκότωσες…»
«Σε σκότωσα. Με εμπιστεύτηκες και εγώ σε πρόδωσα»
«Πάντα σε εμπιστευόμουν. Δεν ήταν η πρώτη φορά που το κάναμε αυτό. Έτυχε…»
«Γιατί εσένα; Γιατί να μην πάρει εμένα;»
«Έτσι ήθελε…»
«Πώς να αντικρύσω ξανά τον αδερφό σου; Πώς να κοιτάξω τους γονείς σου; Τι να τους πω;»
«Να είστε ο ένας δίπλα στον άλλο και να αγαπιέστε…»
«Εγώ πάω. Τελείωσα…»
«Μην το ξαναπείς αυτό. Θέλω να σε βλέπω δυνατό από δω ψηλά»
«Γιατί;»
«Έτσι ήθελε…»
«Αδερφέ μου δε θα σε βγάλω ούτε για ένα λεπτό μέσα από το μυαλό μου κ τη σκέψη μου»
«Συνέχισε να ζεις και μην κολλάς την σκέψη σου σε μένα. Συνέχισε… Να ‘σαι δυνατός. Κι εγώ θα είμαι δίπλα σου να σε προσέχω.»


Τύψεις. Ενοχές. Πώς να χαθούν από τη ζωή αυτού του ανθρώπου; Μια ζωή θα θεωρεί τον εαυτό του αιτία του θανάτου του φίλου του.

Όχι. Δεν έφταιγες εσύ. Συνέβη… Έτσι ήθελε…. Ήταν η κακιά στιγμή…
Συνέχισε. Μη σταματάς εδώ. Συνέχισε και να ‘σαι δυνατός. Είμαι σίγουρη πως κι εκείνος αυτό θέλει από ‘σένα.
Συνέχισε…

Αφιερωμένο στον Β. που έφυγε νωρίς
Και στον Ν. -που θεωρεί τον εαυτό του υπεύθυνο- με την ελπίδα πως κάποτε αυτή η ανάμνηση θα πονάει λιγότερο…

20 Φεβρουαρίου 2010

Αν δεν υπήρχε αύριο - Μαρία Τζιρίτα




















3 Αυγούστου 2010. Η μέρα που όλα θα χαθούν. Η μέρα που ο κόσμος θα πάψει να υπάρχει. Το μυστικό αυτό θα μοιραστούν τέσσερις άνθρωποι που η μοίρα τους θέλει να βρίσκονται εγκλωβισμένοι στα συντρίμμια μιας τράπεζας μετά από μια έκρηξη. Ένας άγνωστος άντρας που τυχαίνει να βρίσκεται στο ίδιο δωμάτιο, τους ζητάει λίγο πριν ξεψυχήσει να δώσουν όρκο σιωπής και να μην αποκαλύψουν σε κανέναν αυτή την τραγική πληροφορία.
Η Κατερίνα μένει μόνη της με τα δυο παιδιά της όταν ο άντρας της την εγκαταλείπει για μια άλλη γυναίκα. Κάνει τα πάντα για να τον κρατήσει κοντά της μα εκείνος φαίνεται να έχει πάρει την απόφασή του.
Ο Γιάννης πλούσιος και γοητευτικός άντρας ζει τη ζωή του ελεύθερος χωρίς δεσμεύσεις και όρους. Δεν γνώρισε ποτέ του την αγάπη κι έτσι δεν μπόρεσε να τη δώσει και ποτέ του σε κανέναν.
Ο Μιχάλης, διευθυντής της τράπεζας στην οποία γίνεται η έκρηξη ζει μια ζωή μέσα στο άγχος και τις υποχρεώσεις σκεφτόμενος μόνο το χρήμα. Η είδηση ότι πάσχει από καρκίνο έρχεται να προστεθεί στα ήδη πολλά προβλήματά του.
Η Μαριλένα , μια νεαρή κοπέλα ψάχνει να βρει τον ιδανικό άντρα που θα την παντρευτεί και θα κάνει τη ζωή της.
Μα τώρα όλα αλλάζουν. Και οι τέσσερις, γνώστες της αλήθειας τώρα πια, αποφασίζουν να αλλάξουν τη ζωή τους και να κάνουν όσα δεν είχαν καταφέρει ή δεν είχαν τολμήσει να κάνουν ως τώρα προκειμένου να χαρούν πραγματικά το λίγο χρόνο που τους απομένει.
Η Κατερίνα απελευθερώνεται. Αφήνει τον Διονύση ήσυχο σεβόμενη την επιλογή του και στρέφεται στα δικά της θέλω. Κάνει πράγματα που της δίνουν χαρά και την γεμίζουν. Φτιάχνει ένα blog και εκεί δημοσιεύει στίχους της με μεγάλη επιτυχία παρακινούμενη από την αγάπη της για την ποίηση. Είναι αποφασισμένη να κάνει όσα θα της δώσουν την πραγματική ευτυχία.
Ο Γιάννης αποφασίζει να δώσει αγάπη στους γύρω του, να σταματήσει να παίζει με τις γυναίκες και να νιώσει για πρώτη φορά τον αληθινό έρωτα. Ανάμεσα σ’αυτόν και την Κατερίνα θα γεννηθεί μια μεγάλη αγάπη. Ένας έρωτας καθαρός, αληθινός. Κι αυτό είναι σίγουρο αφού δεν έχουν πια χρόνο να χάσουν άδικα. Μάλιστα ο ίδιος μετά από δεκαπέντε χρόνια θα αναζητήσει τον γιό του τον οποίο δεν έχει δει ποτέ του αφού δεν ήθελε να έχει υποχρεώσεις.
Ο Μιχάλης θα δεχτεί κοντά του και πάλι την κόρη του με την οποία ήταν σε απόσταση επειδή εκείνη θέλησε να κάνει την τύχη της στο εξωτερικό. Θα αφήσει στην άκρη τον εγωισμό του και θα κάνει τα πάντα για να κερδίσει τα χρόνια που έχασαν μακριά ο ένας από τον άλλο.
Τέλος η Μαριλένα θα αποδειχτεί η πιο αδύναμη αφού δεν μπόρεσε να αντέξει αυτή την αποκάλυψη. Δεν μπόρεσε να πιστέψει αυτό το γεγονός και την τρέλανε. Δυστυχώς λίγο καιρό μετά χάνει τη ζωή της σε ένα αυτοκινητιστικό δυστύχημα.
Παρακολουθούμε λοιπόν τη ζωή των τριών πια ανθρώπων καθώς προσπαθούν να κάνουν τη ζωή τους καλύτερη. Καθώς προσπαθούν να φτιάξουν τα πάντα που υπάρχουν γύρω τους. Να γεμίσουν αγάπη και ευτυχία τον κόσμο τους.
Τι γίνεται στο τέλος δε θα στο αποκαλύψω γιατί τότε θα χαθεί όλη η αγωνία…
Αυτό που κρατώ από το βιβλίο της Μαρίας είναι το μήνυμα που θέλει να στείλει σε όλους τους ανθρώπους. Ποιο είναι αυτό; ΝΑ ΖΟΥΜΕ ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΜΑΣ ΣΑΝ ΝΑ ΕΙΝΑΙ Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ! Να εκτιμάμε όσα μας δίνονται στο παρόν. Μην αγωνιούμε για το μέλλον και μην αγχωνόμαστε γιατί τότε ξεχνάμε να ζήσουμε το τώρα. ΑΔΡΑΞΕ ΤΗ ΜΕΡΑ. Μη χάνεις λεπτό! Κάνε πράγματα που αγαπάς! Πράγματα που σε κάνουν ευτυχισμένο και σου προσφέρουν το αίσθημα της ελευθερίας! Ακόμα κι αν κάτι δεν πάει καλά θα ξέρεις πως έκανες αυτό που ήθελες, αυτό που ήταν επιλογή σου.
Δυστυχώς ζούμε σ’έναν κόσμο που τα πάντα γύρω μας , μας γεμίζουν άγχος και έτσι ολοένα και περισσότερο απομακρυνόμαστε από τον στόχο μας , την αληθινή ευτυχία! Θα πρέπει λοιπόν να το διώξουμε από τη ζωή μας και μόνο τότε θα μπορέσουμε να αναπνεύσουμε και να νιώσουμε την αληθινή ευτυχία!

ΖΗΣΕ!

ΤΟΛΜΗΣΕ!

Αυτό είναι το μήνυμα που στέλνει το ΑΝ ΔΕΝ ΥΠΗΡΧΕ ΑΥΡΙΟ!
Γιατί πραγματικά τίποτα δε θα ήταν ίδιο αν δεν υπήρχε αύριο. Σίγουρα όλοι θα βλέπαμε διαφορετικά τη ζωή και θα προσπαθούσαμε έστω αυτόν το λίγο καιρό που θα έμενε να τον κάνουμε όσο το δυνατόν πιο όμορφο για μας.
Χθες ήμουν στην παρουσίαση που έκανε η Μαρία στο βιβλιοπωλείο Ροκκάς στη Ν.Φιλαδέλφεια και τη γνώρισα από κοντά. Μιλήσαμε αρκετά για το νέο της βιβλίο και θέλησε να μάθει πως μου φάνηκε. Μάλιστα μου έκανε την τιμή να μιλήσω γι’αυτό και να πω τις εντυπώσεις μου σε όλους όσους παρευρίσκονταν εκεί.
Θα ήθελα να την ευχαριστήσω και να της ευχηθώ πάντα επιτυχίες. Να είσαι σίγουρη πως και αυτό το βιβλίο σου θα αγαπηθεί το ίδιο όπως και τα προηγούμενα (Το παιδί της αγάπης και το Μάτια μου) Γιατί είναι ένα βιβλίο αληθινό! Μιλάει κατευθείαν στην καρδιά μας Μαρία γιατί γράφτηκε μέσα από τη δική σου καρδιά! Να ‘σαι πάντα καλά και να γράφεις για πάντα βιβλία που θα έχουν πράγματα να πουν! Καλή συνέχεια στις προσπάθειες και στα όνειρα σου!
Απόσπασμα του βιβλίου θα βρείτε εδώ

17 Φεβρουαρίου 2010

Η πρώτη αγάπη



Θυμάμαι ακόμα τα λόγια μιας φίλης
αφιέρωση πάνω στο σχολικό τεράδιο
τότε που είμασταν ακόμα μαθήτριες
και μοιραζόμασταν το ίδιο θρανίο

Θα τον θυμάσαι θες δε θες...

Πόσο δίκιο είχε!
Ακόμα τον θυμάμαι!
Είναι στιγμές που η εικόνα του κατακλύζει το νου μου
Γιατί σε έμαθε να κλαίς κ να λυπάσαι
Ποιός δεν αγάπησε κάποτε κάποιον που η Μοίρα
δε θέλησε να τον ενώσει μαζί του;
Ποιός δεν αγάπησε κάποτε κάποιον χωρίς ανταπόκριση;
Αυτή ήταν η πρώτη μου αγάπη!
Μόνο εγώ την ένιωσα!
Εκείνος τίποτα...
Κι όμως... εμένα μου έφτανε να τον κοιτάζω!
Από μια κίνηση
Από μια μυρωδιά απλή
θα τον θυμάσαι...
Δε θα ξεχάσω ποτέ το βλέμμα του
όταν τυχαία συναντούσε το δικό μου
Δε θα ξεχάσω ποτέ την αίσθηση του χεριού του
όταν τυχαία ακουμπούσε το δικό μου
Δε θα ξεχάσω ποτέ την φλόγα που άναβε μέσα μου
κάθε φορά που μου μιλούσε
Όλα θα τα θυμάμαι!
Για πάντα!
Μια ανάμνηση γλυκιά μεσ'την καρδιά μου!
Κι ας ήταν ένας έρωτας ανεκπλήρωτος...
Ναι!
Θα τον θυμάμαι!

16 Φεβρουαρίου 2010

Ήθελα μόνο ένα αντίο - Πασχαλία Τραυλού



Δεν έχω διαβάσει όλα τα βιβλία της κας Τραυλού, μα αυτό είναι το αγαπημένο μου μέχρι τώρα.


Τα σημαντικότερα ιστορικά γεγονότα που σημάδεψαν την Ελλάδα έρχονται να ορίσουν τις μοίρες των ανθρώπων που πρωταγωνιστούν σ’αυτό το μυθιστόρημα. Απ' τη Μικρασιατική Καταστροφή στην δικτατορία του Μεταξά, τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, τον Εμφύλιο, και ξανά τη Δικτατορία -του Παπαδόπουλου αυτή τη φορά-, ως τον πόλεμο της Κύπρου και το μεγάλο σεισμό στην Αθήνα το 1999.


Ποιος ορίζει την πορεία μας σε τούτο τον κόσμο; Τι είναι η μοίρα; Τι είναι το κισμέτ; Έλλαδα. Τουρκία. Δυο χώρες που η ιστορία τις θέλει να έχουν εχθρικές σχέσεις. Μα πάντα μέσα τους θα υπάρχουν άνθρωποι που το μίσος θα το προσπερνούν γιατί η αγάπη θα είναι πιο δυνατή από αυτό.
Η Σμύρνη, εκεί όπου γεννιέται ο έρωτας της Ισμήνης και του Οσμάν –αυτός ο «απαγορευμένος έρωτας»- καταστρέφεται το Σεπτέμβριο του 1922 και κάτω από τα ερείπια της θάβεται για πάντα κι έρωτας των δύο νέων. Αυτή η διχόνοια μεταξύ των δύο λαών έρχεται να τους θυμήσει πως δεν θα μπορούν να είναι ποτέ μαζί…


Στο λιμάνι της Σμύρνης ο Οσμάν χάνεται από κοντά της δίνοντας της κειμήλιο ένα πολύτιμο δαχτυλίδι και ένα παιδί στα σπλάχνα της. Η Ισμήνη φεύγει για την Ελλάδα στην αναζήτηση ενός μέλλοντος. Μαζί της κι η Άννα, μια Αρμένισσα που από εκείνη την ώρα γίνεται συνοδοιπόρος της για την υπόλοιπη ζωή της.


Μαζί προσπαθούν να φτιάξουν τη ζωή τους στη νέα πατρίδα. Οδύσσεια η ζωή τους, γεμάτη εμπόδια, δυσκολίες και προβλήματα. Μα εκέινες συνεχίζουν να ζουν και να αγωνίζονται. Η Ισμήνη έχοντας πάντα στο μυαλό και την καρδιά της τον Οσμάν και την ελπίδα πως κάποτε θα καταφέρει να τον ξαναδεί.
Μα η ζωή δεν είναι ρόδινη και δεν έρχονται όλα όπως τα θέλουμε. Μετά από χρόνια θα βρεθεί τόσο κοντά του μα θα προτιμήσει να μείνει μακριά του κρατώντας τον μονάχα σαν ανάμνηση.


Δεν θα σας αποκαλύψω φυσικά τα όσα βιώνουν στο πέρας του χρόνου. Είναι τόσα πολλά και πιστέψτε αξίζει να ζήσετε τη μαγεία. Να νιώσετε τον πόνο, τη θλίψη και όλα όσα ένιωσαν όλοι οι ήρωες του βιβλίου.


Όλη η ιστορία της Ισμήνης έρχεται στο φως μέσα από την προσπάθεια της εγγονή της να γράψει ένα βιβλίο για τη γιαγιά της προσπαθώντας ταυτόχρονα να ξεπεράσει η ίδια το δράμα που ζει. Δίπλα της ο Μουράτ. Ποιός τους έφερε κοντά;


Η Μοίρα; Το Κισμέτ; Ίσως…


Μια τραγική ιστορία από την αγαπημένη μου πλέον Πασχαλία Τραυλού και τις εκδόσεις Ψυχογιός που δεν θα αφήσει κανέναν ασυγκίνητο. Το βιβλίο το δάνεισα σε συγγενείς μου να το διαβάσουν κ όλοι μου είπαν το ίδιο πράγμα
«Το καλύτερο βιβλίο που έχω διαβάσει ποτέ»Νομιζω πως αξίζει να το πω αφού συμφωνώ απόλυτα μαζί τους!

Δεν βρήκα κάποιο βίντεο με την παρουσιάση του βιβλίου και έτσι είπα να ανεβάσω κάποι που θα μας ΄πάει πίσω στο χρόνο. Πίσω στη Σμύρνη του 1922. Τότε που ο Όσμάν άφησε μονάχη της την Ισμήνη στην αποβάθρα εκείνον τον Σεπτέμβρη της καταστροφής.


15 Φεβρουαρίου 2010


Η ζωή είναι ωραία!

Πόσες φορές το άκουσα αυτό;
Πολλές…
Μα καμία δεν μπόρεσα να το δω, να το νιώσω…
Δύσκολη είναι η ζωή
Με πόνο κ μ’εμπόδια
Γεμάτη με προβλήματα
Στα οποία λύσεις ψάχνουμε να βρούμε
Σκέψου…
Πόσες φορές δε σου συνέβει κάτι θλιβερό;
Πόσες φορές δεν έμαθες πως κάποιος ειπέ κάτι άσχημο για σένα;
Πόσες φορές κάποιος δε σε στενοχώρησε;
Πόσες φορές δεν είχες κάποια αποτυχία;
Πόσες φορές δεν σου είπαν ψέματα;
Πόσες φορές κάποιος δεν γέλασε πίσω απ’την πλάτη σου;
Πόσες φορές κάποιος δεν προσπάθησε να σε ξεγελάσει;
Πόσες φορές δεν ένιωσες προδοσία;
Πόσες φορές;
Πόσες;

Κι ύστερα…
Αραιά και που έρχονται εκείνες οι όμορφες στιγμές
Να σου θυμίσουν πως υπάρχει κ κάτι καλό σ’αυτή τη ζωή
Πως υπάρχει κ λίγο φως…
Γιατί;
Γιατί να είναι τόσο λίγες αυτές οι όμορφες στιγμές;
Να είναι τιμωρία;
Ποτέ δε θα μάθω…

Ίσως για να τις εκτιμήσουμε
Να αργούνε να φανούνε…
Γιατί πώς τι χαρά να νιώσουμε
Αν πόνο δε γευτούμε;

13 Φεβρουαρίου 2010

Όταν με κοιτάζεις...


Είναι στιγμές που νιώθω τα μάτια σου


Μαύρες σκιές πάνω σε παγωμένο φόντο


Που νιώθω το βλέμμα σου


Σκοτεινές φιγούρες πάνω στους κρύους τοίχους της ψυχής μου…


Άλλοτε μοιάζουν ήρεμες


Και άλλοτε θεριεύουν…


Βγάζουν φωνές κι ουρλιάζουνε


Χέρια βγάζουν κι αρπάζουνε


Νιώθω πως με τρελένουν…




Κλείνω τα μάτια μου
Να μη σε βλέπω που κοιτάς…

10 Φεβρουαρίου 2010

ΦΩΤΙΑ - Suzanne Collins





Το βιβλίο ΦΩΤΙΑ αποτελεί την συνέχεια του πρώτου βιβλίου ΑΓΩΝΕΣ ΠΕΙΝΑΣ (http://bookeater-bookeater.blogspot.com/2009/09/suzanne-collins.html)της Suzanne Collins.

Η συγγραφέας καταφέρνει να γράψει μια συνέχεια ακόμα πιο συναρπαστική από το πρώτο βιβλίο.

Κι ενώ η Κάτνις καταφέρνει να νικήσει τους Αγώνες Πείνας μαζί με τον δεύτερο φόρο από την περιοχή 12, τον Πίτα, η ατμόσφαιρα μοιάζει να είναι λιγότερο ήρεμη από ποτέ. Η ίδια ανακαλύπτει πως χωρίς να το θέλει έχει καταφέρει να πυροδοτήσει μια αναταραχή, μια εξέγερση εναντίον της Κάπιτολ με την ίδια να θεωρείται σύμβολο αυτής της επανάστασης.

Οι άνθρωποι της Κάπιτολ λοιπόν κάνουν τα πάντα προκειμένου να την τρομοκρατήσουν και να την εμποδίσουν να υποστηρίξει αυτή την εξέγερση. Την απειλούν χρησιμοποιώντας τα αγαπημένα της πρόσωπα και την αναγκάζουν να συνεχίσει να προσποιείται πως είναι ερωτευμένη με τον Πίτα.

Φτάνουν μάλιστα στο σημείο να αναγκάσουν όλους τους νικητές των προηγούμενων Αγώνων - μαζί και η Κάτνις με τον Πίτα- να συμμετάσχουν αυτοί στους τελευταίους Αγώνες για να μπορέσουν να τους εξοντώσουν. Για άλλη μια φορά λοιπόν οι δύο νέοι αναγκάζονται να μπουν στην αρένα και να αναμετρηθούν με τους υπόλοιπους παίκτες. Αυτή τη φορά όμως τα πράγματα είναι διαφορετικά και η συμμαχία μεταξύ των παικτών παίζει κυρίαρχο ρόλο στην έκβαση των αγώνων. Μια συμμαχία που δεν δείχνει παρά την αντίδραση κατά της Κάπιτολ. Μια συμμαχία πέρα από κάθε φαντασία...

Η ιστορία συνεχίζεται γεμάτη ένταση, σασπένς, ανατροπές, περιπέτεια και συγκίνηση. Μικρές δόσεις ρομαντισμού έρχονται να προστεθούν στα συν αυτού του βιβλίου που κανέναν δεν θα αφήσει ασυγκίνητο. Αντιθέτως το τέλος του είναι τέτοιο που σε κάνει να αγωνιάς για τη συνέχεια!
Το τρίτο βιβλίο των ΑΓΩΝΩΝ ΠΕΙΝΑΣ αναμένεται τον Οκτώβριο του 2010 και πάλι από τις εκδόσεις Πλατύπους.


9 Φεβρουαρίου 2010

IF - Rudyard Kipling

Διαλέγω αυτό το ποίημα για τη σημερινή μου ανάρτηση.
Απλώς γιατί νομίζω οτι ο ποιητής σε λίγες γραμμές καταφέρνει να εκφράσει το νόημα της ζωής...
Πόσο δυνατοί είμαστε να κρατήσουμε αυτή τη στάση ζωής;
Μπορούμε;
Τουλάχιστον ας προσπαθήσουμε μήπως και γίνουμε "άνθρωποι σπουδαίοι"




ΑΝ



Αν μπορείς στην πλάση τούτη να περιφρονείς τα πλούτη

κι αν οι έπαινοι των γύρω δεν σου παίρνουν το μυαλό,

αν μπορείς στην τρικυμία να κρατήσεις ψυχραιμία,

κι αν μπορείς και στους εχθρούς σου να σκορπίσεις το καλό,

αν μπορείς με μιας να παίξεις κάθε τι που ’χεις κερδίσει,

στην καταστροφή ν’ αντέξεις και να δώσεις κάποια λύση,

αν μπορείς να υποτάξεις πνεύμα, σώμα και καρδιά

αν μπορείς όταν σε βρίζουν να μην βγάζεις τσιμουδιά,

αν μπορείς στην καταιγίδα να μη χάνεις την ελπίδα,

κι αν μπορείς να συγχωρήσεις όταν σ’ έχουν αδικήσει,

αν μπορέσεις τ' όνειρό σου να μη γίνει ο όλεθρός σου,

κι αν μπορέσεις ν’ αγαπήσεις όσους σ’ έχουνε μισήσει,

αν μπορείς να είσαι ο ίδιος στην χαρά και στην οδύνη,

αν η πίστη στην ψυχή σου μπρος σε τίποτα δεν σβήνει,

αν μιλώντας με τα πλήθη τη συνείδηση δεν χάνεις,

αν μπορέσεις να χωνέψεις πως μια μέρα θα πεθάνεις,

αν ποτέ δεν σε μεθύσει του θριάμβου το κρασί,

αν στα ψέματα των άλλων δεν λες ψέματα κι εσύ,

αν μπορείς να μη θυμώνεις, αλλά μήτε και να κλαις

όταν άδικα σου λένε πως εσύ μονάχα φταις.

Αν μπορείς με ηρεμία δίχως νεύρα ή δυσφορία

και τα ίδια σου τα λόγια να τ’ ακούς παραλλαγμένα,

αν μπορείς κάθε λεπτό σου να ’ναι μια δημιουργία

και ποτέ σου να μην μένεις με τα χέρια σταυρωμένα.

Αν οι φίλοι σου κι οι εχθροί σου δεν μπορούν να σε πληγώσουν

αν οι σχέσεις με μεγάλους τα μυαλά δεν σου σηκώνουν

αν τους πάντες λογαριάζεις μα… κανένα χωριστά,

αν μπορέσεις να φυλάξεις και τα ξένα μυστικά…

Έ! Παιδί μου τότε…

Θα μπορέσεις ν’ απολαύσεις όπως πρέπει τη ζωή σου…

Θα ’σαι άνθρωπος σπουδαίος κι όλη η γη θα ’ναι δική σου!



(Ρ. Κίπλινγκ, Άγγλος ποιητής & πεζογράφος 1865-1936, Βρ. Νόμπελ 1907)

8 Φεβρουαρίου 2010

Το τέλος


Σταμάτησα να σ’αγαπώ

Δεν ξέρω πότε…

Δεν θυμάμαι…

Μα σταμάτησα

Κάποτε η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά

Καθώς το βλέμμα σου φυλάκιζε το δικό μου

Μα έχω καιρό να την ακούσω πια…

Κάποτε ένιωθα το σώμα μου να τρέμει

Καθώς τα χείλη σου φιλούσαν τα δικά μου

Μα έχω καιρό να νιώσω αυτό ρίγος…

Που πήγε η αγάπη μου για σένα;

Που χάθηκε;

Πνίγηκε μέσα στη συνήθεια…

Βούλιαξε στην καθημερινότητα…

Και ‘γω γιατί είμαι ακόμα εδώ;

Γιατί δεν έχω φύγει;

Φοβάμαι το βήμα αυτό να κάνω

Φοβάμαι την απόφαση να πάρω

Μα πρέπει…

Πρέπει να φανώ δυνατή

Και να φύγω

Να χαθώ για πάντα

Μια ανάμνηση να μείνω στους διαδρόμους του μυαλού σου…

7 Φεβρουαρίου 2010

Ποιόν να πιστέψω;


Σηκώνω το βλέμμα
Μα μόνο κακία βλέπω μπροστά μου…
Ζήλια και φθόνο…
Ποιός είναι ο φίλος μου;
Ποιός είναι ο εχθρός μου;
Αδυνατώ να διαχωρίσω…
Δεν αντέχω να ζω σ’έναν κόσμο
Μ’ανθρώπους που μάσκες φοράνε
Που κρύβουνε μέσα τους κάλπικες ψυχές
Θυμώνω…
Οργίζομαι…
Μα πώς να τ’αλλάξω;
Καταδικασμένοι να ζούμε στο ψέμα είμαστε…
Είμαστε;
Όχι…
Εγώ δεν είμαι
Και ποτέ δε θα γίνω σαν κι αυτούς
Ας με πούνε αγαθή
Ας με πούνε κορόιδο
Προτιμώ τον δικό μου κόσμο εγώ…
Τον αγνό…
Τον καθαρό…
Δεν είμαι αναμάρτητη εγώ
Μα εγώ σαν κι αυτούς δε θα γίνω

Μόνη μου καλύτερα να πορεύομαι μια ολόκληρη ζωή…

5 Φεβρουαρίου 2010

Κρύες νύχτες


Κρύο…

Οι ριπές του παγωμένου ανέμου

Μαστίγιο γίνονται επάνω στο κορμί μου

Τι ζεστασιά να δώσουνε τα λίγα ρούχα που φορώ;

Γυμνά τα πόδια μου παγώνουν

Καθώς το χιονισμένο μονοπάτι ακολουθώ

Άντυτα τα χέρια μου νεκρώνουν

Πού θα βρω λίγο να ζεσταθώ;

Άλλο ένα βράδυ μόνη μου πλανιέμαι

Στους κρύους δρόμους της ζωής…

4 Φεβρουαρίου 2010

Το δίλημμα -7 (μια ιστορία σε συνέχειες)

Ο ήχος από το κουδούνι γινόταν τώρα πιο έντονος. Προσπάθησε να συνειδητοποιήσει που βρισκόταν και σηκώθηκε γρήγορα από τον καναπέ. Μα τι την είχε πιάσει; Τι ήταν αυτά που έκανε; Απορούσε και η ίδια με τον εαυτό της. Ένιωθε τόσο άσχημα που είχε αφήσει το πάθος της να την παρασύρει και να την οδηγήσει σ’αυτή την τολμηρή πράξη. Τώρα ένιωθε σχεδόν τύψεις.

Ποτέ της δε χρειάστηκε, ούτε ένιωσε την ανάγκη να κάνει κάτι τέτοιο. Ήταν με τον Στέφανο, τον αγαπούσε και τον ήθελε. Περνούσαν καλά μαζί και ποτέ δεν είχε σκεφτεί κάποιον άλλον ερωτικά. Αυτός της τα έδινε όλα, την έκανε ευτυχισμένη. Σύντομα θα ένωναν για πάντα τις ζωές τους.

Κατευθύνθηκε προς την πόρτα και την άνοιξε. Ήταν εκείνος.

«Καλά δεν ακούς; Χτυπάω τόση ώρα.» της είπε μπαίνοντας και έσκυψε να τη φιλήσει.

« Συγνώμη Στέφανε αλλά με είχε πάρει ο ύπνος…» προσπάθησε να δικαιολογηθεί.

Πέρασαν και κάθισαν στον καναπέ. Η Ελπίδα έγειρε πάνω του και τον αγκάλιασε. Προσπάθησε να φέρει στο νου της όλους εκείνους τους λόγους για τους οποίους αγαπούσε αυτόν τον άντρα. Έπρεπε να βεβαιωθεί ότι τον αγαπάει. Πως γίνεται να αγαπάς κάποιον άνθρωπο και να σκέφτεσαι έναν άλλον; Έπρεπε να σιγουρευτεί.
Κοίταξε τα μάτια του και στάθηκε να τα χαζεύει για κάμποση ώρα.

«Στέφανε μ’αγαπάς;» τον ρώτησε ξαφνικά.

«Αμφιβάλλεις καλή μου; Και βέβαια σ’αγαπώ. Τι έπαθες ξαφνικά; Έχεις ανασφάλειες;» την ρώτησε εκείνος με τη σειρά του.

«Όχι απλώς ήθελα να το ακούσω. Να σου βάλω κάτι να πιείς; Λίγο κρασί; Θέλεις;»

«Δε θέλω τίποτα. Εκτός από ‘σένα. Εσένα θέλω μόνο.» της είπε και την ξάπλωσε στον καναπέ.
Άρχισε να την φιλάει απαλά στο λαιμό της και σιγά σιγά έφερε τα χείλη του στα δικά της. Η Ελπίδα ένιωσε την καυτή του ανάσα να αφήνεται πάνω της. Του ανταπέδωσε το φιλί με περισσότερο πάθος. Άφησε τη γλώσσα της να παίξει με τη δική του κι ύστερα προχώρησε στο δικό του λαιμό. Εκείνος της έβγαλε την πετσέτα και άρχισε να τη χαιδεύει σε όλο της το σώμα.

«Εσένα θέλω μόνο» της είπε ακόμα μια φορά λίγο πριν μπει μέσα της.

«Κι εγώ… Μόνο εσένα θέλω μωρό μου. Μόνο εσένα.» του απάντησε εκείνη συνεχίζοντας να επαναλαμβάνει τα ίδια λόγια από μέσα της χωρίς να ξέρει το γιατί. Επειδή το ένιωθε ή επειδή ήθελε να πείσει τον εαυτό της; Προσπάθησε να διώξει αυτή τη σκέψη από το μυαλό της και να αφεθεί στην ηδονή της στιγμής μα φάνηκε να δυσκολευόταν.

Ανέβηκε από πάνω του για να πάρει τον έλεγχο και άρχισε να λικνίζεται με δύναμη.

«Μόνο εσένα.» επανέλαβε συνεχίζοντας να ανεβοκατεβαίνει πάνω του. Τον σήκωσε με τα χέρια της και τον κόλλησε πάνω της. Έφερε το πρόσωπο του ανάμεσα στα στήθη της και εκείνος άρχισε να την γλέιφει με λαιμαργία.

Έκαναν έρωτα μέχρι τα ξημερώματα και όταν ηρέμησαν αγκαλιάστηκαν και αποκοιμήθηκαν στον στενό καναπέ.
Η Ελπίδα έχοντας στην αγκαλιά της τον Στέφανο έβλεπε στον ύπνο της εφιάλτες εκείνο το βράδυ...

Έβλεπε τον Δημήτρη…

3 Φεβρουαρίου 2010

Το όνειρο που έσβησε


Ξερό λουλούδι τ’όνειρο μου
Πέθανε
Μαράθηκε
Το χρώμα του ξεθώριασε
Ξέφτισαν τα πέταλα του
Κι ένα ένα στη γη πέφτουν να κοιμηθούν

Κάποτε ήσουν εδώ
Και του ‘δινες νερό να αναπνέει
Ήσουν ο ήλιος
Και του ‘δινες το φως σου για να ζει

Μα έφυγες
Και το άφησες να σβήσει
Χάθηκες
Και εκείνο ξέχασε ν’ανθίσει…

Τύψεις...


Κι αν οι φωνές που ουρλιάζουν μέσα σου

δεν ξέρεις τι σου λένε

Κι αν την ψυχή σου σκίζουνε

και στην καταματώνουν

Κι αν εφιάλτες γίνονται τις νύχτες που κοιμάσαι

Τύψεις είναι θαρρώ και κοίτα να τις διώξεις…

Να μη σε κατατρέχουνε...

Να μη σ’αποτελειώσουν…

2 Φεβρουαρίου 2010

Το δίλημμα -6 (μια ιστορία σε συνέχειες)

Έφτασε στο σπίτι της αργά το απόγευμα χωρίς να έχει όρεξη. Έκανε ένα μπάνιο να χαλαρώσει και έπειτα ξάπλωσε στον αναπαυτικό της καναπέ τυλιγμένη στην πετσέτα της. Έκλεισε τα μάτια της και έφερε στο μυαλό της τα μαύρα μάτια του Δημήτρη. Τώρα δεν ήθελε να τον διώξει… Τον ήθελε εκεί μαζί της, δίπλα της. Ήθελε να νιώσει εκείνο το σκοτεινό βλέμμα του να καρφώνει το δικό της.
Άφησε ελεύθερα τα βρεγμένα μαλλιά της να στάζουν πάνω στη γυμνή πλάτη της ενώ βυθίστηκε πιο καλά στο καναπέ. Σήκωσε το χέρι της και έφερε τα δάχτυλα της στο στόμα της. Άρχισε να χαιδεύει τα χείλη της ενώ ένα από αυτά το έβαλε στο στόμα της δαγκώνοντας το και γλέιφοντας το με την υγρή της γλώσσα.

«Έχεις το πιο απίστευτο σώμα που έχω δει ποτέ μου…»
«Ειδικά εχθές, δεν μπορούσα να πάρω τα μάτια μου από πάνω σου!»
Έφερε στο νου της τα λόγια και ένιωσε να ερεθίζεται, να καίγεται.

Άφησε την πετσέτα να γλιστρήσει στο πλάι του καναπέ και έμεινε ολόγυμνη. Τώρα ταξίδεψε τα δυο της χέρια πιο χαμηλά. Χάιδεψε το στήθος της και ένιωσε τις ρώγες τις να σηκώνονται, να σκληραίνουν. Το απολάμβανε αυτό το ταξίδι. Την γέμιζε ηδονή και ευχαρίστηση.

Σκεφτόταν εκείνον, τα μάτια του, το βλέμμα του, τον τρόπο που την κοιτούσε και εκείνο το τελευταίο χαμόγελο που είδε να σχηματίζεται στα χείλη του λίγο πριν εκείνη σκύψει το κεφάλι της. Γιατί; Γιατί τον είχε αφήσει να φύγει χωρίς να του πει τίποτα; Πόσο το μετάνιωνε τώρα.

Αλλά και πάλι τι θα έκανε;
Άφησε τη σκέψη της ελεύθερη να γυρίσει πίσω στο γραφείο την ώρα που εκείνος είχε σταθεί να την κοιτάζει.

Τώρα σηκωνόταν από τη θέση της και τον πλησιάζε. Στεκόταν μπροστά του κοιτάζοντας βαθιά στα σκούρα του μάτια χωρίς να δειλιάζει. Τον πιάνει απ’το χέρι και τον βάζει μέσα στο δωμάτιο κλειδώνοντας την πόρτα.

Φέρνει ξανά το δάχτυλό της στο στόμα και τώρα το γλέιφει πιο έντονα, πιο προκλητικά.

Χαιδεύει τα μαλλιά του και έπειτα σκύβει στο αυτί του και του ψιθυρίζει:
«Σε θέλω»
Εκείνος την αρπάζει από την μέση και την κολλάει πάνω του κάνοντας την να τον νιώσει.


Τα χέρια της οδηγούνται ακόμα πιο χαμηλά και αρχίζει να χαιδεύεται γεμάτη ηδονή.

«Κι εγώ σε θέλω. Σε θέλω δικιά μου. Τώρα.»
Την ακουμπάει στον τοίχο και αρχίζει να την φιλάει με πάθος. Το φιλί του γίνεται βίαιο, ορμητικό, γεμάτο θέληση. Εκέινη του παραδίνεται. Αφήνεται πάνω του ανίκανη να του αντισταθεί. Τον θέλει τρελά…


Είναι τόσο υγρή. Συνεχίζει να χαιδεύεται εκεί χαμηλά με τη σκέψη της κολλημένη σε εκείνον. Δεν τη νοιάζει τίποτα και κανένας. Αυτή η στιγμή είναι δικιά της. Μόνο δικιά της και κανένας δεν μπορεί να της την κλέψει.
Θέλει να το νιώσει απόλυτα κι ας είναι απλώς μια φαντασίωση, ένα όνειρο…

Μέσα στη ζάλη της ακούει κάποιον να χτυπάει την πόρτα…

Ένα όνειρο...




Κάθε το βράδυ το ίδιο όνειρο…
Ονειρεύομαι πως…

O ήλιος κρύβεται πίσω απ’το ψηλό βουνό και μόνο το λιγοστό λυκόφως περνάει μέσα από τις πυκνές φυλλωσιές των δένδρων ντύνοντας μ’ένα τρομακτικό χρώμα το σκοτεινό δάσος. Ένας ελαφρύς άνεμος κάνει το θρόισμα των φύλλων να μοιάζει με ανατριχιαστικές φωνές που ψιθυρίζουν αιώνια μυστικά.
Φοβάμαι.
Τι γυρεύω σε τούτο το μέρος;
Περπατώ μονάχη μου χωρίς να σκέφτομαι τίποτα. Στα μάτια μου βλέπω δάκρυα μα δεν ξέρω το γιατί. Προσπαθώ να τα ανοίξω περισσότερο για να δω καθαρά το τοπίο γύρω μου μα δυσκολεύομαι. Όλα μοιάζουν να είναι θολά.
Νιώθω την καρδιά μου να χτυπάει πιο δυνατά, την ανάσα μου να γίνεται πιο βαριά.
Κάτι νιώθω να βρίσκεται γύρω μου. Σαν να με παρακολουθεί. Σαν κάποιος να με κυνηγάει. Φοβάμαι.
Προσπαθώ ακόμα μια φορά να κοιτάξω καλύτερα γύρω μου.
Κάπου απέναντι βλέπω κάτι να σαλεύει…

Και τότε τον βλέπω. Τον βλέπω να στέκεται ακριβώς απέναντι μου. Δεν ξέρω ποιος είναι μα είμαι σίγουρη πως δεν είναι εκεί για καλό. Το πρόσωπο του είναι χλωμό, η έκφρασή του σφιγμένη. Ακούω τους χτύπους της καρδιάς μου να πηγαίνουν ακόμα πιο γρήγορα, την ανάσα μου να βαραίνει ακόμα πιο πολύ και προσπαθώ με όλη μου την δύναμη να κρατηθώ όρθια και να μην λιποθυμήσω.
Σκέφτομαι να κάνω ένα βήμα πίσω όμως γρήγορα το μετανιώνω.
Που να πάω;
Δεν ξέρω που είμαι.
Δεν ξέρω πώς να βγω από εδώ μέσα.
Είμαι εγκλωβισμένη.

Και τότε εκείνος με κοιτάζει και νιώθω το βλέμμα του να είναι γεμάτο μίσος.
Γιατί;
Τι του έχω κάνει;
Γιατί με μισεί;
Δε θέλω να πεθάνω… όχι, όχι ακόμα.
Όχι έτσι…
Είναι το τελευταίο πράγμα που θυμάμαι να σκέφτομαι καθώς τον βλέπω να κατευθύνεται γρήγορα καταπάνω μου γεμάτος οργή.

Και τότε ξυπνάω…
Ιδρωμένη…
Με την καρδιά μου να πηγαίνει σαν τρελή και την ανάσα μου ακόμα βαριά…
Ποιός είναι αυτός ο άντρας που κάθε βράδυ ονειρεύομαι;
Πότε θα μάθω;
Θα μάθω;

Αιώνια δική σου - Άλισον Νoέλ



Το «αιώνια δική σου» είναι το πρώτο μυθιστόρημα της σειράς «Οι αθάνατοι» της Άλισον Νόελ. Η σειρά αποτελείται ήδη από τρία βιβλία στην Αμερική ενώ τον Ιούλιο θα κυκλοφορήσει και το τέταρτο. Στην Ελλάδα κυκλοφορεί το πρώτο βιβλίο από τις εκδόσεις Ψυχογιός. Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα φαντασίας που θα ταξιδέψει τους αναγνώστες σ’έναν κόσμο γεμάτο μυστικά και μυστήρια.


Η Έβερ, ένα δεκαεξάχρονο κορίτσι, χάνει τους γονείς της και την μικρότερη αδερφή της σε ένα αυτοκινητικό δυστύχημα. Η ίδια καταφέρνει να σωθεί και γρήγορα αντιλαμβάνεται ότι έχει πλέον το χάρισμα να διαβάζει τις σκέψεις των ανθρώπων, να βλέπει τις αύρες τους και να ξέρει τα πάντα για τη ζωή τους με ένα απλό άγγιγμα. Η Έβερ μη μπορώντας να υποφέρει αυτή της την ικανότητα και θέλοντας να την κρατήσει κρυφή από τους υπόλοιπους ζει στο περιθώριο της σχολικής κοινότητας και όλοι την θεωρούν φρικιό.


Μέχρι που θα συναντήσει τον Ντέιμεν, ένα γοητευτικό και μυστήριο αγόρι που κάνει τα πάντα για να την προσεγγίσει. Δίπλα του ηρεμεί, νίωθει την ένταση να υποχωρεί και νιώθει την ψυχή της να γαληνεύει. Μόνο που ο Ντέιμεν έχει μυστικά…


Ποιός πραγματικά είναι αυτός ο όμορφος νέος και τι ζητάει από την Έβερ; Όσο κι αν εκείνη προσπαθεί να ανακαλύψει τα μυστικά του εκείνα μοιάζουν να κρύβονται καλά…
Όσοι έχετε διαβάσει τη σειρά «Λυκόφως» της Στέφανι Μέγερ σίγουρα θα το αγαπήσετε αφού η σύγκριση είναι αναπόφευκτη. Μυστηριώδες, γρήγορο, γεμάτο αγωνία και ρομαντισμό θα συγκινήσει τις νεαρές αναγνώστριες. Διάβασα μάλιστα πως πρόκειται να γυριστεί και σε σειρά στην Αμερική. Αναμένουμε λοιπόν...


Απόσπασμα του βιβλίου θα βρείτε εδώ http://www.psichogios.gr/datafiles/parts/6446.pdf