Πόση ώρα να είχε περάσει; Είχε δίκιο τελικά. Θα έτρωγε πολλές ώρες στο γραφείο της σήμερα προκειμένου να είναι όλα έτοιμα για το αυριανό ταξίδι. Σήκωσε το βλέμμα της προς το παράθυρο να κοιτάξει έξω. Μόνο λίγο ουρανό μπορούσε να δει ανάμεσα στα ψηλά κτίρια που υψώνονταν απέναντί της. Είχε πάρει ένα βαθυκόκκινο χρώμα και μαρτυρούσε πως σε λίγο ο ήλιος θα χανόταν για να πάρει τη θέση του η ζεστή καλοκαιρινή νύχτα. Ο νους της ταξίδεψε λίγα χρόνια πίσω. Τότε, που όπως κάθε καλοκαίρι, βρισκόταν στο ομορφότερο νησί του κόσμου. Πόσο τυχερή ήταν. Ο πατέρας της γεννήθηκε στο μαγικότερο μέρος της Γης. Στη Σαντορίνη. Η ομορφιά αυτού του νησιού ήταν τέτοια που σου έκοβε την ανάσα. Μια άγρια ομορφιά που δεν συγκρινόταν με κανένα άλλο μέρος του κόσμου. Κι ένιωθε μεγάλη περηφάνια που καταγόταν από αυτό το θεϊκό νησί. Ναι, ήταν σίγουρη πως αν οι θεοί κατέβαιναν στη γη, αυτό το νησί θα διάλεγαν για να ζήσουν, το δικό της. Λευκό και γαλάζιο, ήλιος και θάλασσα, φρέσκος αέρας και αλμύρα. Με τίποτα δεν το άλλαζε. Από μικρό παιδί έμαθε να περιπλανιέται στα σοκάκια του, να τρέχει στα πλακόστρωτα, να σκαρφαλώνει στους τρούλους των εκκλησιών και να αγναντεύει το πιο όμορφο ηλιοβασίλεμα του κόσμου. Τουρίστες από όλες τις χώρες μαζεύονταν στη Σαντορίνη και περίμεναν την στιγμή που ο μεγάλος κατακόκκινος ήλιος θα χανόταν στη θάλασσα. Κοιτούσαν με έκσταση αυτή τη μαγική στιγμή που η θάλασσα έμοιαζε να παίρνει φωτιά καθώς τον υποδεχόταν στα σπλάχνα της. Και τότε όλοι μαζί ξεσπούσαν σε χειροκροτήματα και σε επευφημίες σαν να επιδοκιμάζανε την πιο επιτυχημένη θεατρική παράσταση την ώρα που έφτανε στο τέλος της. Έτσι γινόταν μέχρι σήμερα και έτσι θα συνέχιζε να συμβαίνει για πολλά χρόνια ακόμα. Ένα τέτοιο όμορφο απόγευμα γνώρισε τον Στέφανο. Εκεί, στη Σαντορίνη, στην Οία. Ανεβασμένη ήταν και τότε στον τρούλο μιας μικρής βυζαντινής εκκλησούλας στο χείλος του γκρεμού. Είχε καθίσει άκρη άκρη ώστε να μην την εμποδίζει κανένας να θαυμάσει τη μοναδική θέα που απλωνόταν μπροστά της. Θα έβγαζε τις πιο ωραίες φωτογραφίες εκείνο το απόγευμα. Ήταν σίγουρη. Ο πατέρας της μόλις της είχε χαρίσει μια επαγγελματική φωτογραφική μηχανή, δώρο για τα γενέθλια της. Και φυσικά οι πρώτες τις φωτογραφίες θα απεικόνιζαν το πιο όμορφο πράγμα της Σαντορίνης. Το ηλιοβασίλεμα της.
Ξαφνικά ένας ψηλός μελαμψός νεαρός ήρθε και κάθισε ακριβώς μπροστά της. Τουρίστας θα ήταν, σκέφτηκε από μέσα της παρατηρώντας το σκούρο χρώμα της επιδερμίδας και των μαλλιών του. Φορούσε ένα λινό θαλασσί πουκάμισο και μια λευκή βερμούδα ενώ στα πόδια του ένα ζευγάρι δερμάτινα σανδάλια. Στα χέρια του κρατούσε ένα μικρό σάκο και όταν κάθισε τον άνοιξε για να βγάλει κι αυτός από μέσα μια φωτογραφική μηχανή. Γύρισε και την κοίταξε χαρίζοντάς της ένα γλυκό χαμόγελο. Το βλέμμα του την παγίδεψε. Είχε το χρώμα της θάλασσας που απλωνόταν γύρω της. Ένα βαθύ γαλάζιο που όμοιο του δεν είχε αντικρίσει ποτέ στη ζωή της. Θα έλεγε ότι ήταν Ισπανός αλλά με αυτά τα μάτια ήταν λίγο δύσκολο να είναι σίγουρη. Είχε ξεχάσει για ποιο λόγο είχε βρεθεί εκεί. Ξαφνικά δεν την ένοιαζε το ηλιοβασίλεμα. Την ένοιαζε μόνο αυτός ο γοητευτικός άντρας που είχε έρθει να κάτσει κοντά της. Κι ενώ αν ήταν άλλος θα του είχε κάνει παρατήρηση που της έκρυβε τη θέα, τώρα δεν μπορούσε να πει τίποτα. Δεν ήθελε να πει…
Έτσι όπως τον είχε απέναντί της, της έφθανε που θα αντίκριζε αυτόν. Ίσως να έβγαζε αυτόν φωτογραφία. Που θα την καταλάβαινε; Όλοι μια φωτογραφική μηχανή κρατούσαν στα χέρια τους με το φακό στραμμένο στον ορίζοντα. Τι έφταιγε εκείνη που τώρα τύχαινε να βρίσκεται ακριβώς μπροστά της ο άντρας αυτός; Ήξερε πως αφού ο ήλιος βρισκόταν από πίσω του καθώς τον έβλεπε, η φωτογραφία θα έβγαινε σκοτεινή, αλλά δεν την ένοιαζε. Θα είχε τουλάχιστον τη σκιά του να θυμάται…
-Με συγχωρείτε δεσποινίς, άκουσε τη φωνή του να βγαίνει από τα χείλη του καθώς την κοίταξε με τα μεγάλα γαλάζια μάτια του. Μια φωνή βαθιά, βραχνή που όμως έμοιαζε με τραγούδι καθώς ηχούσε στα αυτιά της. Της πήρε λίγα δευτερόλεπτα για να συνειδητοποιήσει πως ο εν λόγω νεαρός απευθυνόταν σε εκείνη.
-Παρακαλώ…, ήταν το μόνο που κατάφερε να αρθρώσει προς απάντηση.
-Θα μπορούσατε μήπως να με βγάλετε μια φωτογραφία; Τη ρώτησε ενώ άπλωσε προς το μέρος της τη μηχανή του. Να φαίνεται και το ηλιοβασίλεμα αν είναι δυνατόν, πρόσθεσε και χαμογέλασε ακόμα μια φορά.
Έλληνας. Ήταν Έλληνας, συλλογίστηκε εκείνη καθώς τον κοιτούσε. Άπλωσε κι εκείνη τα χέρια της για να κρατήσει τη φωτογραφική του μηχανή.
-Βεβαίως… Καθίστε λίγο πιο δεξιά παρακαλώ, του είπε προκειμένου να φαίνεται η θέα του ήλιου που έδυε. Έτσι μπράβο, εκεί! Να σας βγάλω ακόμα μία μήπως και δεν σας αρέσει. Ένα λεπτό παρακαλώ! Αφού τελείωσε του χαμογέλασε κι εκείνη και του επέστεψε τη μηχανή του.
-Σας ευχαριστώ! Να ‘στε καλά, της είπε και γύρισε και πάλι προς τον ήλιο που τώρα μόλις που φαινόταν. Από λεπτό σε λεπτό θα βυθιζόταν ολόκληρος στη θάλασσα για να ξυπνήσει πάλι το επόμενο πρωί.
Κι ενώ ο ήλιος χανόταν πέρα στον ορίζοντα κι ο άγνωστος άντρας στεκόταν ακίνητος να τον θαυμάζει, εκείνη θαύμαζε εκείνον. Αυτόν που έτσι ξαφνικά αυτό το απόγευμα είχε πάρει τη θέση του ήλιου και που είχε γίνει το δικό της θαύμα. Σήκωσε το φωτογραφικό της φακό και άρχισε να τον φωτογραφίζει. Δυο θαύματα ταυτόχρονα. Εκείνον και τον ήλιο. Μόνο το προφίλ του μπορούσε να τραβήξει μα ακόμα κι αυτό της ήταν αρκετό. Όμως εντελώς ξαφνικά γύρισε προς το μέρος της και την κοίταξε. Αυτή τη φορά δεν χαμογέλασε, μονάχα την κοίταξε κι έμοιαζε χαμένος στις σκέψεις του. Κι εκείνη μόλις που πρόλαβε να τον φωτογραφίσει. Ναι! Τα είχε καταφέρει! Τώρα θα κρατούσε για πάντα την ανάμνηση της φυλαγμένη σε μια φωτογραφία!
Μια ανάμνηση χωρίς όνομα…
Θα διάλεγε όμως ένα δικό της αφού δεν ήξερε το δικό του.
Θα τον έβγαζε «Σαν ήλιος που έδυσε»…
Αφού δεν θα τον ξαναέβλεπε ποτέ...
Αφού δεν θα τον ξαναέβλεπε ποτέ...