8 Ιουλίου 2010

Το ανεκπλήρωτο...



«Δεν είναι που άργησες
Ούτε που άργησα εγώ
Είναι που άργησε η μοίρα
να ενώσει τους δρόμους μας
Είναι που άργησε η τύχη
και δεν με έφερε νωρίτερα κοντά σου
και δεν με γνώρισες νωρίτερα εσύ
Γι’αυτό μονάχα είναι που λυπάμαι…»
Πάντα θα σε σκέφτομαι…
Κ.


Διάβαζε και ξαναδιάβαζε τους στίχους που ήταν γραμμένοι στο μικρό λευκό χαρτί και ένιωσε ένα σφίξιμο να την πνίγει και να της κόβει την ανάσα. Γιατί; Γιατί να της συνέβαινε αυτό; Γιατί τώρα; Γιατί τόσο αργά; Πόσα πολλά γιατί… Και σε κανένα δεν είχε να δώσει μια απάντηση. Χρόνια τώρα νόμιζε πως ήταν ευτυχισμένη, πως τα είχε όλα και πως δεν της έλειπε  τίποτα.  Είχε τον άντρα της, τα παιδιά της, κι όμως ξαφνικά ένιωθε σαν να μην είχε τίποτα. Σαν να μην είχε ποτέ…
Κι όλα ξεκίνησαν όταν γνώρισε εκείνον. Εκείνον που ξαφνικά έγινε η προέκταση του εαυτού της, η προέκταση της ψυχής της, το άλλο της μισό. Κάθε σκέψη της είχε περάσει νωρίτερα από το μυαλό του, κάθε θέλω της ήταν νωρίτερα δικό του, κάθε αγάπη της και κάθε μίσος της είχε πιο πριν χαραχτεί στη δική του καρδιά. Είναι σαν εκείνες τις σπάνιες φορές που σαν από θαύμα δυο ψυχές που είναι γραπτό να συναντηθούν, επιτέλους συναντιούνται. Είναι από εκείνες τις στιγμές που νιώθεις ο ένας να συμπληρώνει τον άλλο και οι δυο μαζί να ζουν το απόλυτο.
Υπάρχουν όμως και φορές που παρά τη μοιραία συνάντηση δεν μπορείς να ζήσεις. Δεν μπορείς να αφεθείς στο όνειρο, δεν μπορείς να νιώσεις. Γιατί είναι αργά… Γιατί έχεις ήδη κάνει τη ζωή σου, γιατί έχει ήδη κάνει κι εκείνος τη δική του. Γιατί έχουν και οι  δύο πάρει αποφάσεις που δεν αφορούν μόνο αυτούς αλλά και τους ανθρώπους που είναι δίπλα τους. Και τι κάνεις τότε; Απλώς νιώθεις να πονάς. Νιώθεις συνεχώς εκείνο το βάρος στο στήθος σου να μεγαλώνει ολοένα και περισσότερο. Είναι πολλές οι φορές που θέλουμε πράγματα μα που δε μπορούμε να τα έχουμε… Μαθαίνουμε να ζούμε μακριά τους. Θυμήθηκε τους «Μυστικούς αρραβώνες» του Ξενόπουλου. Πόσα χρόνια είχαν περάσει από τότε που το είχε διαβάσει; Κι όμως τώρα το ένιωθε τόσο ζωντανό να περνάει από μπροστά της. Κάθε στιγμή και κάθε εικόνα του. Εκείνη σαν άλλη Θάλεια και εκείνος σαν άλλος Ανάστης , να αγαπιούνται μα να μην μπορούνε να είναι ποτέ μαζί… Τι ειρωνεία; Τι παιχνίδια παίζει η ζωή;
Διάβασε ακόμα μια φορά τους στίχους του. Τους είχε αφήσει νωρίτερα πάνω στο γραφείο της υπογράφοντας με το μονόγραμμά του. Τι να το κάνεις; Τι να το κάνεις να βρίσκεις το τέλειο και ταυτόχρονα να το χάνεις; Να μην μπορείς να το έχεις ούτε για ένα λεπτό δικό σου… Υπάρχει κάτι που να πονάει περισσότερο;
Τουλάχιστον δεν πονούσε μόνη της. Πονούσε κι αυτός μαζί…, μονολόγησε προσπαθώντας να ξεγελάσει τη θλίψη της. Πονούσαν κι οι δυο μαζί για εκείνην την τύχη που άργησε να τους ενώσει… Άραγε πόσο αντέχεις να ζεις με το απωθημένο; Πόσο αντέχεις να κρατάς μέσα σου τον πόνο του ανεκπλήρωτου; Πόσο θα άντεχαν και οι δυο τους; σκέφτηκε καθώς τον είδε να πλησιάζει προς το μέρος της.
Μα ξαφνικά σταμάτησε να σκέφτεται. Το γλυκό του χαμόγελο έκανε την καρδιά της να φτερουγίσει και να πάρει μακριά κάθε της σκέψη.
Ό,τι είναι γραπτό να γίνει, θα γίνει, είπε από μέσα της και του ανταπέδωσε το χαμόγελό της.



Αφιερωμένο σε μια ψυχή που πονάει για εκείνο το ανεκπλήρωτο..
Είμαι μαζί σου σε ό,τι κι αν χρειαστείς! 
Ξέρεις εσύ....